ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ 1.
Πολύ συχνά συγχέουμε το ζήτημα της δυνατότητας άσκησης ελεύθερης βούλησης με το ζήτημα της ύπαρξής της. Όταν αδυνατούμε να την ασκήσουμε λέμε με προχειρότητα πως δεν υπάρχει. Αυτό το «θέλω αλλά δεν μπορώ ή το δεν θέλω όμως αναγκάζομαι» βάζει σε δοκιμασία την ατομική μας αυτοεκτίμηση. Όμως κάθε εξαναγκασμός και επιβολή υφίσταται ακριβώς επειδή υπάρχει ελεύθερη βούληση και κάποιοι από τους ανθρώπους διαθέτουν την δύναμη να την ασκούν, συνήθως βέβαια σε βάρος των άλλων.
Έχουμε ακραία και αποτρόπαια παραδείγματα επιβολής στην ιστορία του ανθρώπου. Να αναφερθούμε σ’ αυτά με λίγες μόνο λέξεις: Γενοκτονίες, εκτοπίσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποικιοκρατία, δουλεμπόριο. Όλοι οι ρυθμιστικοί κανόνες της δουλείας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα διευθετούν εκατέρωθεν βουλήσεις, του αυθέντη και του δούλου.
Επομένως για την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης μιλάμε με όρους φιλοσοφικούς ενώ για την άσκησή της καλούμε την ψυχολογία και την κοινωνικοπολιτική. Στην επικούρεια φιλοσοφία το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης δεν είναι μόνο αυτονόητο, αποτελεί προϋπόθεση, το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι δομημένη. Πράγματι δίχως αυτή την παραδοχή η επικούρεια φιλοσοφία καταρρέει, το περιεχόμενό της χάνει κάθε νόημα.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ 2.
Εάν θεωρήσουμε πως κάθε τι που γίνεται, επομένως και κάθε πράξη ή αποφυγή μας αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού, θ’ αναζητούμε πάντοτε κατ’ ανάγκη τον αρχικό εντολέα, την αρχική αιτία. Εάν ο αρχικός εντολέας δεν είναι μια μεταφυσική επινόηση, αν δηλαδή δεν αποδώσουμε είτε από άγνοια, – όπως οι πρώτοι άνθρωποι – είτε για την ευκολία μας ή γι άλλους θεμιτούς και αθέμιτους λόγους την αρχική αιτία στο πρώτο «κινούν ακίνητο», – να θυμηθούμε την έκφραση του Αριστοτέλη – τότε ο εντολέας είναι ανθρώπινος φορέας που προφανώς ασκεί ελεύθερη βούληση.
Η ΑΝΑΓΚΗ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ
Τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα όταν η αρχική αιτία βρίσκεται στην ανάγκη, εκεί που την τοποθέτησε ο Δημόκριτος: «ουδέν χρήμα μάτην γίνεται, αλλά πάντα εκ λόγου τε και υπ’ ανάγκης». Χρησιμοποιεί και τα δυο «και» ώστε ως αιτία ορίζεται η ανάγκη, η οποία κατά γενική παραδοχή είναι πολύ βαρύ πράγμα. Οι Έλληνες την είχαν να συμμορφώνει και τους θεούς: «ανάγκα και θεοί πείθονται».
Με την ανάγκη δεν μπορούμε να τα βάλουμε. Επιβάλλεται στην επιθυμία ακόμη και με τη βία. Η ανάγκη ως φιλοσοφικός όρος είναι κάτι σκοτεινό. Ως φυσικός όρος γίνεται αποδεκτός και από τον Επίκουρο καθώς θέτει σε απόλυτη προτεραιότητα εκείνες από τις φυσικές μας επιθυμίες που είναι αναγκαίες για την καλή μας υγεία, για την ευδαιμονία, για την ίδια μας τη ζωή. Φυσικά δέχεται και την αιτία, «τίποτε δεν γίνεται από το τίποτε». Εκείνο το «τα πάντα υπ’ ανάγκης» όμως τον τρομάζει και το αμφισβητεί.
Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
Κυρίως όταν οι στωικοί συνδέουν την ανάγκη με την ειμαρμένη περιγράφοντάς την ως «ειρμόν αιτιών», μια αδιάκοπη ακολουθία από αιτίες που η μια οδηγεί κατ’ ανάγκη στην άλλη, μέσα από την κατ’ αυτούς δομημένη σκοπιμότητα της φύσης για την αναπότρεπτη μοιρασιά, – γιατί αυτό θα πει ειμαρμένη – κατανομή αυτού που ανήκει στον καθένα.
Ο ίδιος ο Επίκουρος δεν απαντά στους στωικούς αλλά στον Δημόκριτο και του παρατηρεί πως ο τρόπος που έζησε και φιλοσόφησε καθόλου δεν συμφωνεί με αυτό του το συμπέρασμα. Ενώ ανέδειξε την αληθινή φύση των πραγμάτων τα εγκατέλειψε φυλακισμένα στον ντετερμινισμό «την θεωρία της μηχανικής αιτιοκρατίας που στέκει μια αναπόδεικτη μαθηματική φαντασία», όπως γράφει ο Έρικ Άντερσον.
Μια απλή ματιά να ρίξουμε στη σχέση αιτίας αποτελέσματος σπάει η αλυσίδα. Τα έντομα προκαλούν επικονίαση αλλά τα ίδια αποβλέπουν μόνο στην τροφή τους. Η έρημος προκαλείται από την έλλειψη νερού όμως αυτή προκύπτει από διάφορες αιτίες που δεν αποσκοπούν στην έρημο.
Ο Επίκουρος θωρεί τον άνθρωπο ένα πλάσμα ελεύθερο, όπως το λέει η λέξη: να πηγαίνει όπου αγαπά (ελεύθω και ερώ), με την ελευθερία να αναβλύζει πηγαία από μέσα του. Ασφαλώς και δεν είμαστε παντοδύναμοι, αλλά είμαστε ικανοί άμα θελήσουμε να κάνουμε το δικό μας. Η ελευθερία για τον Επίκουρο δεν είναι ευχή, είναι η πραγματικότητα και φιλοσοφεί με τρόπο να το αποδείξει.
Η ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ – ΠΑΡΕΓΚΛΙΣΗ
Πού βρίσκεται λοιπόν αυτή η πηγαία ελευθερία; Η αρχική αιτία όσων υπάρχουν είναι τα άτομα που κινούνται ακατάπαυστα μέσα στο κενό. Ο Δημόκριτος αφήνει τα άτομα, καθώς δεν τους αναγνωρίζει άλλη ιδιότητα εκτός από το σχήμα και το μέγεθος, να κινούνται από χτυπήματα της ανάγκης. Ο Επίκουρος στις ιδιότητες προσθέτει το βάρος. Η κίνησή τους λόγω του βάρους τους θα γίνονταν σε παράλληλες τροχιές αν ενίοτε και σε ακαθόριστο χρόνο δεν παρέκκλιναν της πορείας τους ώστε από τη σύγκρουση και την ένωσή τους να σχηματίζονται οι κόσμοι. Η παρέκκλιση αυτή γίνεται τυχαία, αυτόματα – από το μάω, μάομαι που θα πει ποθώ, θέλω πολύ, – αυθόρμητα λοιπόν, με αιτία δηλαδή την δική τους θέληση.
Μ’ αυτά τα άτομα είναι καμωμένος ο κόσμος με τα ίδια όλοι οι οργανισμοί επομένως και ο κάθε άνθρωπος. Η παρέκκλιση στην κίνηση των ατόμων αποτελεί τη γέφυρα της φυσικής με την ηθική φιλοσοφία του Επίκουρου.
Ο Λουκρήτιος μας το δίνει ποιητικά: «Αν όλες οι κινήσεις είναι συναρτημένες, αν κάθε καινούρια κίνηση από μια παλιότερη γεννιέται, σύμφωνα με τάξη ορισμένη, κι αν τα άτομα δεν παρεκκλίνουν και δεν σπάζουν του πεπρωμένου τους νόμους, εμποδίζοντας το ένα αίτιο να διαδέχεται το άλλο στο άπειρο, τότε πούθε προέρχεται η ελευθερία ετούτη των έμψυχων όντων πάνω στη γη; Από πού, ρωτάω, βγαίνει η βούληση η αποσπασμένη από τη μοίρα, που χάρη σ’ αυτήν παντού πηγαίνουμε όπου η θέληση μας οδηγεί και αποκλίνουμε και κατευθυνόμαστε κι εμείς προς τα κει που ο νους μας πάει, σε χρόνους και τόπους ακαθόριστους;»
Τα άτομα παρεκκλίνοντας σχηματίζουν τις πρώτες συσσωματώσεις, τα μόρια και κάποτε τους οργανισμούς κι ένα πολύπλοκο μόριο μέσα στο χαώδες γίγνεσθαι θα γίνει ο αντιγραφέας του εαυτού του και θα βάλει σκοπό του να επιβιώνει, να πολλαπλασιάζεται και να ευδοκιμεί, ενώ μεταλλάσσεται σε ατέλειωτες ποικιλίες επιλογών υπηρετώντας αυθόρμητα την ευδοκίμηση της ζωής του. Εντός αυτής της ανάγκης ευδοκίμησης της ζωής συμπλέουν και αλληλοδοκιμάζονται άπειρες ελεύθερες βουλήσεις.
Από πάντα λοιπόν στη φύση των πραγμάτων πάνε αγκαλιά μαζί: ανάγκη, τύχη και ελεύθερη βούληση. Και στα ανθρώπινα άλλα γίνονται κατ’ ανάγκη και η φρόνηση – η κορυφαία αρετή στην επικούρεια φιλοσοφία – μας επιτρέπει να τα διαχειριζόμαστε, άλλα γίνονται τυχαία και η φρόνηση φράζει το δρόμο σ’ εκείνα που θα μας έβλαπταν κι άλλα γίνονται με τη δική μας ελεύθερη βούληση, για τα οποία άλλωστε έχουμε και την ευθύνη να δεχτούμε την καταδίκη ή τον έπαινο.
Επομένως, σύμφωνα πάντα με την επικούρεια φιλοσοφία δεν υφίσταται μηχανική αιτιοκρατία αλλά αιτιατή ενδεχομενικότητα.
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ
Βούληση θα πει θέληση και πρόθεση και μ’ αυτή την έννοια οδηγεί σε πράξη μα αρχική της πηγή μπορεί να είναι μια απλή επιθυμία. Η βούληση κάθε ανθρώπου είναι ελεύθερη και δεν έχει σημασία αν δεν νικά, δεν επιβάλλεται στα πράγματα και φορές μένει μόνο μια σβηστή επιθυμία. Εκδηλώνεται πάντοτε σε κάθε στάθμιση των συνθηκών ώστε να τα ερμηνεύει στη στιγμή και να πράττει το ίδιο ή κάτι διαφορετικό κάθε φορά.
Ας έρθουμε και στο σήμερα και στο εδώ και τώρα. Για να αντιληφθούμε πόσο σημαντικό ζήτημα είναι αυτό της ελεύθερης βούλησης ας απευθύνουμε στον εαυτό μας το αμείλικτο ερώτημα:
Εγώ, στην προσωπική μου ζωή, ζω και αποφασίζω με την παραδοχή ότι έχω ελεύθερη βούληση, ή όχι; Οποιαδήποτε και αν είναι η απάντησή μου, αν υποθέσω ότι θα είχα την αντίθετη παραδοχή, η ζωή μου θα ήταν ίδια;
Ας αναρωτηθώ κι ένα δεύτερο: Η κοινωνία που εντάσσει στον πολιτισμό της την παραδοχή ότι υπάρχει ελεύθερη βούληση, έχει ίδια εξέλιξη με την κοινωνία που υιοθετεί ακριβώς το αντίθετο;
Ας σκεφτούμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι κοινωνίες που δέχονται την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης και σε ποια εκείνες που την αγνοούν.
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
Οι δυτικές κοινωνίες ανήκουν σ’ εκείνες που δέχονται την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης. Όμως, η ελεύθερη βούληση αυτή η φυσική προίκα του ανθρώπου, όπως μόνο η επικούρεια φιλοσοφία έχει αναδείξει, είναι επόμενο να ενοχλεί, κι αυτός είναι ο κύριος λόγος που ενοχλεί και η ίδια η επικούρεια φιλοσοφία.
Παρ’ όλη όμως την υπεράσπιση και εφαρμογή των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου τα μοντέλα εξουσίας, – ασκώντας ελεύθερη βούληση βεβαίως – εξακολουθούν να κατευθύνουν την ισχύ τους στον περιορισμό της άσκησης από τους πολλούς. Πολιτικοί ολοκληρωτισμοί αλλά και φιλελεύθερες σε εισαγωγικά πρακτικές ελέγχουν τις πληροφορίες και τις πολιτικές αποφάσεις, θωπεύουν τη θρησκεία, καθοδηγούν την παιδεία, ποδηγετούν τις αγορές, προσαρμόζουν τις καταναλωτικές μας συνήθειες.
Επιστρατεύεται μέχρι και η επιστημονική αυθεντία καθώς ο μηχανικός μας πολιτισμός θα πρέπει να διαθέτει επιστημονική τεκμηρίωση. Η ισχύς ανανεώνει διαρκώς τις συμμαχίες της και βρίσκει αρωγούς σε όλους τους κύκλους των επαγγελματιών.
Θα φέρω το παράδειγμα ενός καθηγητή ψυχολογίας και ιατρικών επιστημών, ο οποίος υποστηρίζει πως αυτό που αποκαλούμε ψυχή είναι στην ουσία το νευρικό μας σύστημα, – σωστά ως εδώ – επομένως όλα βρίσκονται και προέρχονται από τον εγκέφαλο και καθώς ο εγκέφαλος είναι που παίρνει όλες τις αποφάσεις, «…αν νομίζουμε, πως διαθέτουμε ελεύθερη βούληση, είμαστε γελασμένοι».
Στην εύλογη ερώτηση αν ο συγκεκριμένος εγκέφαλος ανήκει σ’ εμάς απαντά «όχι, ο εγκέφαλός μας ανήκει – στην κυριολεξία οι αποφάσεις που λαμβάνει – στα από πριν λαξευμένα μας γονίδια και στις συνθήκες του περιβάλλοντός μας. Η συνείδησή μας», συνεχίζει, «καλουπώνεται πάνω σ’ αυτά και οι αποφάσεις μας είναι στην πραγματικότητα εκτέλεση στη στιγμή δακτυλογραφημένων εντολών από έναν καθοδηγημένο και υποταγμένο εγκέφαλο».
Χρηματοδοτούν έρευνες με σκοπό να αποδείξουν ότι στον εγκέφαλο πραγματοποιούνται διεργασίες που φτάνουν να γίνονται πράξη με χρονική καθυστέρηση κλάσματος στιγμής ώστε να συνηθίσουμε στην ιδέα: «άλλο πράγμα ο εγκέφαλός μου κι άλλο εγώ». Ιδού λοιπόν αναδύεται με επιστημονική τεκμηρίωση ένας νέος ιδιότυπος αποκλειστικά υλικός αυτή τη φορά δυισμός.
ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Με τίνος τη βούληση όμως γίνονται όλα αυτά; Υπάρχει κάποια ελίτ που διαθέτει ελεύθερη βούληση και όλοι οι υπόλοιποι όχι; Στην ουσία βέβαια επιχειρούν να τεκμηριώσουν επιστημονικά την αδυναμία άσκησης ελεύθερης βούλησης κι όχι την ύπαρξή της.
Επιχειρούν μάλιστα να κατασκευάσουν μηχανές με διάνοια ανώτερη του ανθρώπου. Πάντοτε αναρωτιόμουν: Ποιος ο λόγος να κατασκευάσουν υπολογιστή ικανό να νικήσει τον πρωταθλητή στο σκάκι; Ποιος ο λόγος; Και το κατάφεραν. Εμείς μπορεί να γνωρίζουμε πως πρόκειται για μηχανή. Επιδιώκουν όμως να συνηθίζουμε στη σκέψη πως η μηχανή είναι ανώτερη από τον άνθρωπο, – πάντα θα πρέπει να υπάρχει κάποιος ανώτερος από τον άνθρωπο – και νάτος τώρα μπροστά μας πρωταγωνιστής σε έναν κόσμο όπου δεν χρειάζονται τα συναισθήματα και η ελεύθερη βούληση.
Από έναν τέτοιο κόσμο εμείς οι επικούρειοι αυτοστιγμί και εν σαρκασμώ θα δραπετεύαμε. «Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης». Δεν θα ήταν κόσμος για εμάς αυτός.
Ένας κόσμος που ταιριάζει σε αχαρακτήριστες μηχανές. Αχαρακτήριστες γιατί δεν έχει νόημα να τις χαρακτηρίζει κανείς αφού γνωρίζουν να κάνουν μόνο ένα πράγμα: εκείνο που τους εντέλλεται. Τώρα, όπως πληροφορούμαστε, τις τροφοδοτούν με την εντολή να αυτοεντέλλονται.. Ενδεχομένως και την εντολή να επινοήσουν κάποιον νέο άγνωστο κώδικα. Ενδιαφέρων πειραματισμός για τον άνθρωπο. Δεν έχουμε πλέον τι να συμβουλέψουμε τα παιδιά μας εκτός από το να αφαιρούν την μπαταρία.
ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ
Όμως φυσικά δεν είναι τέτοιος ο κόσμος Κι εμείς εργαζόμαστε να υπερασπιστούμε τον πραγματικό κόσμο και να τον αναδείξουμε. Τον κόσμο που στηρίζεται στον επιστημονικό τρόπο σκέψης που ταυτίζεται με τον επικούρειο. Χρειαζόμαστε την επιστήμη, που δεν εργάζεται για τον εαυτό της ούτε για την αγορά, αλλά για την προκοπή και την ευδαιμονία του ανθρώπου.
Από την αρχαιότητα ακόμη και σε όλες τις εποχές, εκτός από τη μεσαιωνική νύχτα που καθώς φαίνεται επιμένει, οι σώφρονες άνθρωποι στην επικούρεια φιλοσοφία έχουν βρει την υπεράσπιση του ανθρώπου και της φύσης των πραγμάτων.
Δημήτρης Λιαρμακόπουλος
8ο Συμπόσιο Επικούρειας φιλοσοφίας – 10.02.2018