Ηθική και ευζωία
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Ο φόβος των θεών και του θανάτου.
10.12.2013 Κωνσταντινιά Πέτρου

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Ο φόβος των θεών και του θανάτου.

Από την ύπαρξη του ανθρώπου και τις πρώτες αναζητήσεις της φιλοσοφίας οι προσπάθειες να εξηγηθούν τα φυσικά φαινόμενα και η ύπαρξη του κόσμου έχουν εξέχουσα θέση.
Ο Επίκουρος (341π.Χ.-270π.Χ.) είναι ο πρώτος που διαχωρίστηκε σημαντικά από τη διδαχή του ντετερμινισμού, δηλαδή του προκαθορισμένου και μοιραίου. Τίποτα δεν καθορίζεται από μια ανώτερη δύναμη. Όλα είναι ρευστά και τυχαία στη φύση και με την σύγκληση ή παρέγκλιση των ατόμων δημιουργούνται ενώσεις και στη συνέχεια φυσικά φαινόμενα. Απορρίπτει κάθε ιδέα ενός θεού δημιουργού, ενός θεού που κανονίζει και διευθύνει. Αναφέρεται στην ύπαρξη των θεών, τους οποίους θεωρεί χρήσιμους για να μοιάζουν ως παράδειγμα μιας ευχάριστης και ηδονικής ζωής. Διότι αυτοί υπάρχουν , δεν ασχολούνται όμως με τίποτα που αφορά τον άνθρωπο. Ζούνε σε μια κατάσταση ηδονής και αταραξίας.
Κατά τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία του Πλάτωνα στο φιλοσοφικό διάλογο του Τιμαίου και του Αριστοτέλη η ανθρώπινη ψυχή είναι αιώνια και μετενσαρκώνεται. Μας λέει πως τα αστέρια έχουν εγκαθιδρύσει την τάξη, η οποία μάλιστα είναι απολύτως ακλόνητη( που είναι το ίδιο με το Πεπρωμένο) και πως τα αστέρια είναι έμψυχες υπάρξεις, προικισμένες με λογική και νοημοσύνη, κατά συνέπεια θεοί.
Οι χειροπιαστοί, οι υπερβολικοί ανθρώπινοι θεοί της θρησκευτικής πίστης των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων δεν ήταν αρεστοί στον Πλάτωνα. Τους ξεγυμνώνει από τις αισθητές ιδιότητες, τους κάνει αφηρημένες υποστάσεις, τους ανεβάζει πάνω από τα ανθρώπινα πάθη.
Έτσι φτάνει στην έννοια Ον. Ο Πλάτων το Ον του το ταυτίζει με το Αγαθό. Ο θεός γίνεται το Αγαθό κι αυτό με την πληρότητα του γεννάει από την ουσία του τα πάντα, την κοσμική και την ηθική του τάξη (Πλάτων, Συμπόσιο 202 e).
Με την αντίληψη αυτή του θείου, ξεγράφει ως μάταιη την επιστήμη. Ο θεός είναι η «αρχή» του αισθητού κόσμου, στήριγμα και σύμβολο στις θεμελιακές έννοιες του πολιτισμού. ΑΛΗΘΕΙΑ- ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ- ΑΓΑΘΟ.
Η θεώρηση αυτή επηρεάζει ακόμη και τους Ασιάτες, Σύριους και Άραβες. Με τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, θεολόγο της εποχής , τίθεται η θεμέλια λίθος για όλες σχεδόν τις θρησκείες (Χριστιανισμού, Μωαμεθανισμού) Οι θρησκευτικές απόψεις του Επίκουρου συγκρούονται με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ιδιαίτερα με την αστρολατρεία.
Στην κλασική εποχή και μεταγενέστερα στους ελληνιστικούς χρόνους η θρησκεία ήταν ζήτημα της πόλης. Ο Festugiere μας λέει πως στις ελληνιστικές πόλεις δεν υπήρχαν κληρικοί. Στους δικαστές της πόλης ανέθεταν τις θυσίες και εμπιστευόταν τις προσευχές. Αργότερα, οι παλιοί θεοί των ελληνιστικών χρόνων παραμερίζονται, διότι δε νοιάζονται για τις υποθέσεις της Αθήνας που ζούσε πια υπό ξένη κυριαρχία και είχε χάσει την ελευθερία και την αυτονομία της. Δεν μπορούν να απαντήσουν σε ερωτήματα που απασχολούν τους ανθρώπους, όπως η σχέση του θείου με τη δημιουργία του κόσμου, η σχέση του θείου και της ηθικής (π.χ. πώς είναι δυνατόν ο άδικος να ευδαιμονεί κι ο δίκαιος να καταστρέφεται).
Για την ερμηνεία των φαινομένων, ξεκαθαρίζει ο Επίκουρος βασικά, πως ο κόσμος στην ουσία του είναι υλικός και πως όλα δημιουργούνται με συνδυασμούς των ατόμων, χωρίς να καθορίζονται ή να επιτάσσονται από μυστικές δυνάμεις. Επομένως δε γίνονται κατ’ εντολή κάποιου που δημιουργεί, κατευθύνει και κανονίζει τα πάντα.
Στην Α’ Επιστολή προς Μενοικέα αναφέρεται ότι «πρέπει να βάλουμε καλά στο νου μας τούτο… πως η κυριότερη ταραχή στις ανθρώπινες ψυχές γίνεται όταν θεωρεί κάποιος ότι τα ουράνια σώματα είναι μακάρια και άφθαρτα. Μαζί μ’ αυτό να υποθέτει πως έχουν ιδιότητες, βουλήσεις, πράξεις και αιτίες, αντίθετες στις δύο αυτές. Όπως ακόμα πως η ίδια η ταραχή γεννιέται από το να περιμένει ή να υποψιάζεται κάποιο αιώνιο βάσανο σύμφωνα με του μύθους, ή να φοβάται την κατάσταση αναισθησίας στο θάνατο».
Τέτοια μυθεύματα επαναφέρουν στην ψυχή των ανθρώπων τις τρομερές λαϊκές παραστάσεις για τον Άδη και δεν μπορούν να πάρουν την ανάσα τους (Λουκρήτιος V, 86). Η απόρριψη της πίστης σε , προλήψεις και δεισιδαιμονίες, απελευθερώνει τους ανθρώπους από το φόβο της αιώνιας τιμωρίας (Λουκρήτιος, I 102-111) από τον Ραδάμανθυ, τον αιώνιο δικαστή του κάτω κόσμου.
Όπως αναφέρθηκε λίγο παραπάνω, ο Επίκουρος δέχεται την ύπαρξη των θεών (Γ’ Επιστολή, 123).Οι θεοί υπάρχουν, η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι εναργής. Usener Την πραγματική φύση του θεού την ξεκαθαρίζουμε με το λογικό, όπως μας πληροφορεί σ’ ένα σχόλιο στην Πρώτη Κύρια Δόξα. Το λογικό αναγνωρίζει δύο βασικές ιδιότητες στους θεούς. Τη μακαριότητα και την αφθαρσία.
Οι θεοί του Επίκουρου υπάρχουν, ζουν ωστόσο απαλλαγμένοι από κάθε έννοια δημιουργίας του κόσμου, δεν ανακατεύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων, ούτε επιτρέπεται να τους φορτώσουμε τέτοιες φροντίδες, γιατί έτσι θα τους χαλάσουμε την αταραξία και την μακαριότητά τους. Ας τους αφήσουμε να χαίρονται την απόλυτη γαλήνη και ευτυχία τους. Έγνοιες, φροντίδες, θυμοί και εύνοιες δε συμβιβάζονται με τη μακαριότητα.
Ο Λουκρήτιος μάλιστα, φαντάζεται πως το σώμα των θεών είναι φτιαγμένο από τα πιο ψιλά (πιο λεπτά) άτομα και πως οι κατοικίες τους είναι φτιαγμένες τελείως ανόμοιες από τις δικές μας, λεπτές όπως η ουσία τους (Λουκρήτιος, V 184).
Είναι στη φύση ενός θεού να απολαμβάνει την αθανασία σε απόλυτη ειρήνη, μακριά από τις δικές μας υποθέσεις. Ελεύθερος από κάθε πόνο και κάθε κίνδυνο, δυνατός και αυτάρκης, δεν μας έχει καμιά ανάγκη, κι ούτε με χάρες εξευμενίζεται, ούτε τον αγγίζει ποτέ η οργή. Κι όσο για τη Γη, η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είχε ούτε έχει αίσθηση περί αυτής (Λουκρήτιος, II 646-651).
Η γνήσια ευσέβεια απαιτεί να μην αποδίδουμε στους θεούς ιδιότητες ασυμβίβαστες με την ουσία τους. Οι θυσίες, αποχή από τις γήινες απολαύσεις και την ηδονή είναι κατά τον Επίκουρο ανούσιες, αναφέρει ο Θεοδωρίδης.
Η αδιαφορία των θεών για τα ανθρώπινα και το σβήσιμο της ψυχής με το θάνατο, γλυτώνει τον άνθρωπο από φόβους, δεισιδαιμονίες και αγωνίες. Έτσι το ατύχημα αποδίδεται σε τυχαίες συμπτώσεις και όχι σε κάτι μοιραίο, όχι στη δυσαρέσκεια των θεών ή σ’ ένα θεό τιμωρό. Απαλλάσσει τον άνθρωπο από περίεργες σκέψεις μετάνοιας και από φαντασιώσεις τιμωριών στον άλλο κόσμο, από βασανιστήρια στον Άδη, όπως αυτά απεικονίζονται σε εικονογραφίες, κατά την Ημέρα της Κρίσης.
Πολλές φορές κατηγορήθηκε ο Επίκουρος ως άθεος και υποκριτής. Αυτό όμως δεν ευσταθεί για τον απλούστατο λόγο ότι στην εποχή του δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος να αρνηθεί κάποιος τους θεούς ή να μην τους λατρεύει. Σύμφωνα με τον Lange ο Επίκουρος τους λάτρευε για την τελειότητά τους και την ικανότητά τους να ζούνε στην απόλυτη ευδαιμονία και αταραξία. Ευσεβής δεν είναι αυτός που προσδίδει στους θεούς ιδιότητες και ικανότητες που είναι ασυμβίβαστες μ’αυτούς αλλά τους θεωρεί άφθαρτους και μακάριους. Κ.Δ.I
Ο Guyau μας λέει ότι ο Επίκουρος ουσιαστικά αποδέχτηκε τους θεούς της εποχής του σα δικούς του, μόνο που τους "απαγόρευσε" την ανάμειξή τους στον κόσμο.
Δεν υπάρχει καμία ένδειξη υποκρισίας. Ο Επίκουρος ασπαζόταν τους θεούς, ήταν ευσεβής και συμμετείχε σε όλες τις γιορτές ,τις παραδοσιακές τελετές λατρείας και έθιμα της πόλης. Τιμούσε μαζί με τον λαό την εορτή των Χοών, γιόρταζε κάθε 20η του μήνα μαζί με τους φίλους του Κήπου ,προσφέροντάς τους φρούτα και ζεστό κρασί.
Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις τους με ότι είναι συνυφασμένο με την ύπαρξη ενός θεού και την θρησκευτική πίστη, οι Επικούρειοι όπως τότε και σήμερα συμμετέχουν στις γιορτές, στις τελετές, γλεντάνε και χαίρονται μαζί με φίλους και γνωστούς.

Ο X.Θεοδωρίδης αναφέρει ότι ο θάνατος είναι κοινό θέμα θρησκείας και φιλοσοφίας και απ’ αυτόν εξουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό ο στοχασμός των ανθρώπων.
Το μυαλό του ανθρώπου γέμισε με τις πιο τρομακτικές φαντασιώσεις για το θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα φαινόμενο που μπαίνει απρόοπτα στη ζωή του ανθρώπου και την ταράζει. Κούρασε το μυαλό και την καρδιά του και έπλασε γύρω από αυτό απίθανους μύθους, έθιμα, ιεροτελεστίες. Τον περιέγραψε ποιητικά, τον τραγούδησε. Ακόμη και στις σημερινές κοινωνίες όπου η πίστη δεν έχει την παλιά της δύναμη, οι φόβοι του θανάτου συνεχίζουν να ταλανίζουν τον άνθρωπο.
Σύμφωνα με τον Φιλόδημο, οι επιμέρους εκδηλώσεις του φόβου του θανάτου πηγάζουν από πεποιθήσεις και σκέψεις δεισιδαιμονίας, αλλά και από επιθυμίες "να ζήσουμε μετά θάνατον". Επίσης μας λέει, ότι αυτός ο φόβος δεν εκδηλώνεται πάντα αλλά υπάρχει μέσα μας και ξεσπάει με αφορμή κάποιο εξωτερικό ερέθισμα. Ο Φιλόδημος δέχεται πως είναι φυσιολογικό ο άνθρωπος να αισθάνεται θλίψη. Αυτά τα συναισθήματα τα ονομάζει "δηγμούς". Αυτοί οι δηγμοί θλίψης είναι φυσικά συναισθήματα, τα οποία πηγάζουν από την ανθρώπινη φύση μας και τα οποία κατανοούμε και αποδεχόμαστε.
Ο γνωστός υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής Irvin Yalom αναφέρει ότι o φόβος του θανάτου εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές, όπως σ’ έναν εφιάλτη συγκαλυμμένο σ’ ένα όνειρο, συνήθως με συμβολική μορφή. Άλλες φορές πάλι μερικές καταστάσεις της ζωής, όπως ο θάνατος κάποιου κοντινού προσώπου, μας φέρνουν σκέψεις και άγχος θανάτου, που αναπόφευκτα μας οδηγεί έστω και υποσυνείδητα, σε σκέψεις της δικής μας θνητότητας. Επίσης μια σοβαρή ασθένεια αλλά και καταστάσεις έντονης απειλής, όπως ένα διαζύγιο όπου " πεθαίνει " ο κοινός βίος ή η απόλυση από την εργασία μας, κάθε φορά δηλαδή που τελειώνει μια φάση στη ζωή μας, συναντιόμαστε ασυνείδητα με το άγχος του θανάτου.
«Όταν από το χρόνο μας κάποιες στιγμές μάς αφαιρούνται, κάποιες κλέπτονται και κάποιες ρέουν μέσα από τα δάχτυλά μας» (Σενέκας προς Λουκίλιο), το άγχος του θανάτου και η αίσθηση ότι δε ζήσαμε ολοκληρωμένα επαυξάνεται.
Η τρομακτική σκέψη του αναπόφευκτου θανάτου μάς εμποδίζει να απολαύσουμε τη ζωή μας και δεν αφήνει καμιά ηδονή αδιατάρακτη. Επειδή καμιά δραστηριότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη λαχτάρα μας για αιώνια ζωή, οποιαδήποτε δραστηριότητα είναι μη ικανοποιητική. Έτσι πολλοί αφοσιώνονται στην ασταμάτητη και, πολλές φορές άσκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν έχει άλλο σκοπό από την αποφυγή της οδύνης που είναι εγγενής στην ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλοι πάλι αναπτύσσουν ένα μίσος για τη ζωή, σε σημείο που να φτάνουν ακόμα και στην αυτοκτονία.
Ο Σενέκας ασπάστηκε την αντίληψη του Επίκουρου ως προς τον θάνατο και στις επιστολές του προς Λουκήλιο, θυμίζει, ότι «η χαρά της διαρκούς ενασχόλησης δεν είναι απόδειξη δραστήριου πνεύματος, αλλά μιας καταναγκαστικής ανησυχίας. Η πίστη ότι κάθε κίνηση είναι επίπονη δε σημαίνει την ήρεμη ζωή, αλλά αυτοεγκατάλειψη και αποχαύνωση. Γι’ αυτό οφείλουμε να φτάσουμε σε μια ισορροπία. Διδάξου από τη φύση, [μας λέει …] αυτή θα σου πει τι κάνει τη μέρα και τη νύχτα.»
Μέσα από τη διδαχή του ο Επίκουρος είχε ως κύριο σκοπό να ανακουφίσει τον άνθρωπο από το φόβο του θανάτου. Όπως προαναφέραμε οι ανησυχίες μας για το θάνατο στους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι συνειδητές, αλλά γίνονται αντιληπτές από διάφορες κεκαλυμμένες εκδηλώσεις. Η ακραία θρησκευτικότητα, η ολοκληρωτική προσήλωση στη συγκέντρωση πλούτου, η ανάγκη για εξουσία τιμή και δόξα, η ανάγκη για δημοσιότητα, είναι μορφές που προσφέρουν μία επίπλαστη εκδοχή αθανασίας.
Ο Τάκης Παναγιωτόπουλος στο άρθρο του «Ανύποπτον ο Θάνατος» μας εξηγεί πως «οι Έλληνες, από αρχαιοτάτων χρόνων, είχαν μια ιδιαίτερη θέση για την ψυχή μετά θάνατον. Στα Ομηρικά Έπη οι ψυχές μετά θάνατον βρίσκονται στον κάτω κόσμο ως σκιές χωρίς συνείδηση, χωρίς μνήμη και χωρίς κανενός είδους μαρτύρια ή επιβραβεύσεις.»
Ο Σωκράτης προσπάθησε να βρει παρηγοριά στην πίστη του, στην αθανασία της ψυχής και στην προσδοκία ότι μετά τον θάνατο η ψυχή θα απολαμβάνει αιώνια μια κοινότητα ανθρώπων με παρόμοιο τρόπο σκέψης, με τους οποίους μάλιστα θα συνέχιζε τους περιπάτους του. Αυτή η αντίληψη περί αθανασίας της ψυχής περιγράφεται στον πλατωνικό διάλογο Φαίδων και άσκησε πολύ σημαντική επιρροή στην χριστιανική κατασκευή για την μετά θάνατον ζωή.
Ο Jean Marie Guyau ,ο οποίος έζησε στα μέσα το 19 ου αιώνα, μιλάει για μια πραγματική επανάσταση την οποία έφερε ο χριστιανισμός μεταφέροντας τον Άδη στον ουρανό την κατοικία των εκλεκτών.
Ο Επίκουρος καυτηρίαζε τους θρησκευτικούς ηγέτες, που επιδιώκοντας να αυξήσουν τη δύναμή τους, ενέτειναν το άγχος του θανάτου προειδοποιώντας τους ανθρώπους για τις τιμωρίες που θα επιβάλλονταν μετά θάνατον σε όσους δεν τηρούσαν συγκεκριμένους κανόνες και κανονισμούς. Με τη φιλοσοφική του προσέγγιση, χάρισε τη λύτρωση από τον φόβο των θεών, των θεών τιμωρών και ανακούφισε από τον συνυφασμένο με αυτόν άγχος του θανάτου.
Στην Γ’ επιστολή του Επίκουρου προς τον Μενοικέα αναφέρει:
«Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν πρέπει να μας σκοτίζει («μηδέν προς ημάς»). Επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι’ αυτό η σωστή γνώση, πως ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, κάνει να χαρούμε την πρόσκαιρη ζωή».
Παραπέρα αναφέρει, πως «χαζός είναι όποιος λέγει πως φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει, παρά γιατί υποφέρει όσο συλλογιέται πως θα έρθει. Το φρικτότατο αυτό κακό, ο θάνατος, δεν πρέπει να μας σκοτίζει γιατί όσο εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν υπάρχει, κι άμα έρθει ο θάνατος εμείς δεν υπάρχουμε. Μα οι κοινοί άνθρωποι τον θάνατο άλλοτε τον αποφεύγουν σαν το μεγαλύτερο κακό, άλλοτε τον επιζητούν σαν ανάπαυση από τα βάσανα της ζωής. Ο μυαλωμένος όμως ούτε παρακαλάει να ζει, ούτε φοβάται να μη ζει, γιατί ούτε έχει για κακό το να μη ζει, ούτε το να ζει του είναι βάρος». Επίσης αναφέρει ότι «η ζωή κυλάει μέσα μου χωρίς ιδέα για σταμάτημα. Αν σταματήσει καμιά φορά θα μου είναι αδιάφορο, αφού ο ίδιος δε θα νιώθω». Το να μπορεί να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του και να βιώνει ένας άνθρωπος καταστάσεις, προϋποθέτει ένα νευρικό σύστημα σε λειτουργία ή τουλάχιστον εν μέρει σε λειτουργία. Αυτό, ωστόσο, παύει να υφίσταται με το θάνατο, διότι ο θάνατος είναι η ολοκληρωτική στέρηση των αισθήσεων, πλήρης εκμηδένιση.
Δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό σε όλο αυτό, δεν είναι τίποτα από μόνο του. Η αποσύνθεση είναι απλά ηρεμία.
Ο Ρωμαίος ποιητής Τίτος Λουκρήτιος στο βιβλίο του «Περί της Φύσης των Πραγμάτων» (De Rerum Natura), συγκεκριμένα στο τρίτο του βιβλίο, μιλάει για τους ανθρώπους και το φόβο του θανάτου. «Δεν είναι λίγες οι φορές μέχρι τώρα που οι άνθρωποι έχουν προδώσει πατρίδα και αγαπημένους γονείς, γυρεύοντας να σωθούν από το βασίλειο του Αχέροντα… Αυτό το φόβο, αυτά τα σκοτάδια της ψυχής πρέπει να σκορπίσουν, όχι οι αχτίδες του ήλιου και τα αστραφτερά βέλη της ημέρας, μα η παρατήρηση και η ερμηνεία της φύσης… Από την πρώτη στιγμή της ζωής, ακόμα και μέσα στην κοιλιά της μάνας, ψυχή και σώμα μαθαίνουν τις ζωτικές λειτουργίες… Ο νους και η ψυχή κρατιούνται σφιχτοδεμένα μεταξύ τους και αποτελούν μία ενιαία φύση….(και) εύκολα αναγνωρίζει κανείς πως η ψυχή είναι δεμένη με το νου… Τα μέλη του σώματος δεν αντέχουν το χωρισμό και την εγκατάλειψη από την ψυχή».
Η ψυχή είναι θνητή και τη στιγμή του θανάτου διασκορπίζεται. Αυτό που διασκορπίστηκε δεν έχει ικανότητα αντίληψης.
Ο άνθρωπος, όπως και όλοι οι οργανισμοί, είναι αδύνατο να βιώσει τον θάνατο. Γιατί πράγματι, για τους νεκρούς ο θάνατος δεν είναι τίποτα. Ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος, την τελευταία μέρα της ζωής του έγραψε στον φίλο του Ιδομενέα μια επιστολή που ξεκινούσε με τα παρακάτω λόγια: «Αυτή τη μακάρια μέρα που είναι η τελευταία του βίου μου, σου γράφω αυτά…» Έφυγε από τη ζωή μακαριστός λέγοντας στους φίλους του που τον περιστοίχιζαν «ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΜΝΗΣΘΑΙ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ»
(Επίκουρος Διογένης Λαέρτιος).


Μερικές σκέψεις για το τέλος

Η μεγάλη σημασία των ανατρεπτικών απόψεων του διορατικού Αθηναίου φιλόσοφου, ιδιαίτερα για την εποχή του, έγκειται στο ότι απαλλάσσει τον άνθρωπο από το άγχος του ίδιου του θανάτου. Κυρίως απαλλάσσει από τις μετά θάνατον φοβίες.
Τον θάνατο λοιπόν είναι αδύνατο να τον συναντήσουμε, γιατί οι αισθήσεις μας καταλύονται. Μας συναντά πάντα στην μορφή του «ξένου θανάτου». Ο θάνατος κάποιου με τον οποίο είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση προσκόλλησης, μάς κάνει να νοιώθουμε φτωχότεροι, μας φέρνει αντιμέτωπους με βαριά συναισθήματα θλίψης και απώλειας. Ακόμα και οι προσεγγίσεις του Επίκουρου περί θανάτου, στην αρχή μιας τέτοιας κατάστασης δύσκολα μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση. Φυσικά δε μας απαλλάσσει από το πένθος, ωστόσο η πίστη ότι η ψυχή διασκορπίζεται όταν το σώμα ολοκληρώνει τον κύκλο της ζωής και δεν περιφέρεται ούτε στις νεφέλες ούτε στον κάτω κόσμο αναζητώντας ανάπαυση, ούτε πρόκειται να κριθεί από κάποια ανώτερη δύναμη, προσφέρει στήριγμα και γαλήνη στα συγγενικά πρόσωπα.
Αντιμέτωποι με τον θάνατο, απαλλαγμένοι από τις μετά θάνατον φοβίες, μας στηρίζει επίσης σε κάτι ακόμη. Μας δίνει κουράγιο να συναντηθούμε με τον άνθρωπο που βρίσκεται στο τέλος της ζωής του, με τον άνθρωπο που βιώνει μια μη αναστρέψιμη ασθένεια, ακόμη και με τον ετοιμοθάνατο. Ξεπερνώντας τις δικές μας φοβίες μας κάνει πιο δυνατούς και πιο ανθρώπινους, έτσι ώστε να μπορούμε να προσφέρουμε παρηγοριά και φροντίδα. Αφηνόμαστε στη διαδικασία αποχαιρετισμού και σ’ έναν θάνατο αξιοπρεπή, που σημαίνει προπάντων στον θάνατο χωρίς πόνο, χωρίς αναζητήσεις και κινήσεις απελπισίας για θεραπευτικές παρεμβάσεις που παρατείνουν, με τεχνητά μέσα, τη ζωή.
Άλλωστε, υπό μία φιλοσοφική έννοια, τον θάνατο τον συναντάμε διαρκώς διότι καθημερινά μας παίρνει ένα μέρος της ζωής μας. Ακόμη, όταν εμείς μεγαλώνουμε, η ζωή που μας απομένει σταθερά μικραίνει. Όπως λοιπόν «ο τελευταίος κόκκος άμμου δεν είναι αυτός που αδειάζει την κλεψύδρα, έτσι κι η ζωή είναι μια διαρκής διαδικασία προς το τέλος» (Σενέκα προς Λουκίλιο).
O αγαπημένος μας Καζαντζάκης ξεκινάει στην Ασκητική με τα λόγια: «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός, κάθε στιγμή πεθαίνουμε». Από τη στιγμή λοιπόν που γεννιόμαστε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Τα παιδιά γύρω στα 6 τους χρόνια, ανάλογα με τη γνωστική τους ανάπτυξη, το επίπεδο της νοητικής και συναισθηματικής τους εξέλιξης, με τις προσωπικές τους εμπειρίες με το θάνατο συνειδητοποιούν την ύπαρξη του θανάτου, που αρχικά αφορά σε τρίτα πρόσωπα, όπως παππούδες ή ακόμα γονείς κ.τ.λ. Από εκεί ηλικιακά λίγο αργότερα, οδηγείται στη συνειδητοποίηση της δικής του θνητότητας. Οι παιδοψυχολόγοι και οι παιδοψυχίατροι, μάλιστα, μας λένε πως τα παιδιά αρχικά αναφέρονται με συναισθήματα περιέργειας παρά φόβου στο γεγονός του θανάτου. Αρχικά δεν κατανοούν πλήρως τις έννοιες της μη αναστρεψιμότητας, της παύσης των ζωτικών λειτουργιών και της αιτιότητας. (Λεονταρή, Παιδιά και Πένθος) και (Νίλσεν-Παπαδάκη, Πρακτικά Συμποσίου 1999).
Από την παιδική ηλικία και τις πρώτες αναζητήσεις για την ύπαρξη της ζωής, καλούμαστε να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε ότι η παροδικότητα της ζωής είναι αιώνια.
Στην ιστορία της φιλοσοφίας καταγράφηκαν πολλές απόψεις για το γεγονός ότι ο θάνατος δεν αφορά το πρόσωπο που τον βιώνει. Αναμφίβολα όμως είναι, με την απόλυτη έννοια, ένα από τα χειρότερα δεινά. Αφαιρεί την ίδια τη ζωή. Μπορεί να μη μας αγγίξει διότι δεν τον συναντούμε, όμως μας αφαιρεί την ίδια τη βάση για μια καλή ζωή.
Ο θάνατος εκμηδενίζει τη θέληση να αποβλέπουμε στο καλύτερο, εκμηδενίζει τους στόχους που θέτουμε στη ζωή. Ο Guyau προβληματίζεται, ότι ίσως ο Επίκουρος, υποστηρίζοντας ότι η αθανασία είναι αδύνατη, να κατέληξε σε βιαστικό συμπέρασμα ότι δεν είναι επιθυμητή.
Ο Επίκουρος μας προειδοποιεί: «Μια φορά υπάρχουμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δυο φορές και μάλλον δε θα υπάρξουμε ποτέ ξανά. Κι εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις τη χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές, κι ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος» (Επίκουρος).
Σύμφωνα με τον I. Yalom, μπορούμε να πούμε πως οι άνθρωποι που συνειδητά αντιμετωπίζουν το φόβο του θανάτου, έχουν εφόδια να βιώσουν ολοκληρωμένα τη ζωή τους. Ο ίδιος ο Επίκουρος πιστεύει πως κάθε επιθυμία μας που είναι αντίθετη με την ίδια τη φύση πρέπει να απορρίπτεται.
Η επικούρεια προσέγγιση μας βοηθάει να υποκλιθούμε μπροστά στον κύκλο της ζωής και να αντλήσουμε δύναμη από τη σοφή σκέψη ότι είμαστε τυχεροί που ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να την απολαύσουμε, να την χαρούμε με τους αγαπημένους και τους φίλους μας, ζώντας ηδονικά την κάθε μας μέρα.

Όσο ζεις λάμψε,
καθόλου μη λυπάσαι.
Για λίγο διαρκεί η ζωή,
ο χρόνος καθορίζει το τέλος.
(Σείκηλος στην Ευτέρπη)


Πέτρου Κωνσταντινιά