Ηθική και ευζωία
Ευτυχισμένη Ζωή
15.08.2012 Κώστας Καλεύρας

Ευτυχισμένη Ζωή

Απλές σκέψεις για να διώξετε τους φόβους σας και να ελέγξετε τις επιθυμίες σας

Ο Επίκουρος, αφού σκέφτηκε τις συνθήκες της ανθρώπινης ζωής, βασισμένος στην αμεσότητα των αισθήσεων και σε εμπειρικές παρατηρήσεις, ξεκίνησε για να φτιάξει τη φιλοσοφική θεραπευτική του πρόταση.

Όσο και αν δεν του άρεσε η λογική, οι σκέψεις που μπορούν να μπουν σε μια λογική σειρά, περίπου όπως θα τις δίδασκε σε μία φιλοσοφική σχολή τότε ή και τώρα ακόμη, είναι οι παρακάτω:

Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν μία ευτυχισμένη ζωή και το θεωρούν αυτό υπέρτατο στόχο τους.

Για να πετύχουν αυτό το στόχο, όλοι οι άνθρωποι επιλέγουν πράγματα που πιστεύουν ότι οδηγούν σε μία ευτυχισμένη ζωή, δηλαδή είτε ενστικτωδώς είτε συνειδητά κάνουν ό,τι προξενεί ευχαρίστηση που είναι αυτό λέγεται το καλό και αποφεύγουν ό,τι προκαλεί πόνο που είναι αυτό που λέγεται το κακό.

Όμως, εφόσον οι άνθρωποι δεν νιώθουν μόνο ευχαρίστηση αλλά και πόνο, υπάρχουν πράγματα που προξενούν πόνο.

Αυτά τα πράγματα είναι εμπόδια για την επίτευξη της ευτυχίας, και όσο μεγαλύτερο πόνο προξενούν, τόσο μεγαλύτερα εμπόδια είναι.

Για να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια και να φθάσουμε στην αταραξία της ψυχής και την απονία του σώματος, πρέπει είτε να εξαλειφθούν, οπότε δεν θα προξενούν πόνο, είτε να καταλάβουμε εμείς ότι δεν χρειάζεται να νιώθουμε πόνο από αυτά.

Νιώθουμε πόνο ή όταν δεν ικανοποιούνται οι ανάγκες μας, ή όταν δεν απολαμβάνουμε την ευχαρίστηση.

Άρα για να μη νιώθουμε πόνο, πρέπει, αφενός να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας, και να εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας, και αφετέρου να μην επιτρέπουμε άλλους παράγοντες να μας ενοχλούν στην απόλαυση της ηδονής.

Όμως, νιώθουμε πόνο κυρίως όταν προσπαθούμε να εκπληρώσουμε επιθυμίες που δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε. Μήπως, λοιπόν, δεν είναι αναγκαίο να εκπληρώνουμε όλες τις επιθυμίες μας;

Ποιοι είναι οι παράγοντες που δεν μας επιτρέπουν να απολαύσουμε μία ευχάριστη κατάσταση; Ποιες σκέψεις, ποιοι φόβοι δεν μας αφήνουν να χαρούμε; Μήπως, λοιπόν, είναι απαραίτητο να διώξουμε από μέσα μας αυτούς τους φόβους μας;

Αν λοιπόν, βρούμε ποιες επιθυμίες χρειάζεται να ικανοποιούμε και ποιους φόβους πρέπει να απομακρύνουμε, και αν γνωρίζουμε τον τρόπο να το κάνουμε, τότε μπορούμε να πετύχουμε και τον τελικό στόχο μας, δηλαδή να ζήσουμε μία ευτυχισμένη ζωή.

Ο Επίκουρος πίστευε ότι αυτές οι σκέψεις είναι σωστές, γιατί επαληθεύονται από την εμπειρία κάθε ανθρώπου. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, από μωρά, κάνουμε οτιδήποτε για να μην πονάμε, όταν πεινάμε, κλαίμε για να μας ταΐσουν, όταν κρυώνουμε για να μας ντύσουν. Και μόλις μας δίνουν τις πρώτες μπουκιές, ο πόνος της πείνας αρχίζει να υποχωρεί και δίνει τη θέση του στην ευχαρίστηση του φαγητού. Αυτές οι επιθυμίες μας είναι φυσικές και αναγκαίες για την επιβίωσή μας και για την ευεξία του σώματος, και δεν μπορούμε παρά να τις εκπληρώσουμε.

Λογικά, τότε θα έπρεπε να νιώθαμε ευτυχισμένοι και να μη ζητούσαμε τίποτα παραπάνω.

Εμείς όμως, όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο περίπλοκες πεποιθήσεις έχουμε για το τι μας προσφέρει χαρά. Δεν ικανοποιούμαστε με τα λίγα, έχουμε κι άλλες επιθυμίες. Τι γίνεται με εκείνες, που είναι και οι πιο πολλές; Νομίζουμε ότι θα ευτυχίσουμε αν αποκτήσουμε πλούτη, φήμη και αξιώματα, αν απολαμβάνουμε μία ζωή γεμάτη πολυτέλεια, και τρέχουμε όλη μας τη ζωή να τα καταφέρουμε πιέζοντας τον εαυτό μας πέρα από τις δυνάμεις του. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι νιώθουμε πόνο, όχι επειδή μας λείπουν όλα αυτά τα πράγματα, αλλά επειδή είμαστε ματαιόδοξοι και θέλουμε να τα έχουμε. Αλλά όσα περισσότερα κι αν αποκτήσουμε, η ευχαρίστησή μας δεν μπορεί να αυξηθεί. Γιατί το μέγεθος της ευχαρίστησης εξαρτάται από τον βαθμό που εξαλείφεται ο πόνος και η ταραχή. Όσο περισσότερο και αν φάμε, ο πόνος της πείνας θα έχει φύγει ήδη με τις πρώτες μπουκιές. Άρα η ίδια ευχαρίστηση μπορεί να προκληθεί και με ένα λιτό γεύμα.

Τέτοιες επιθυμίες έχουμε συνήθως τόσες πολλές, απεριόριστες, ώστε όσο τις έχουμε, μας προκαλούν ταραχή και πόνο, γιατί είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν. Μια και είναι αδύνατον αυτό, μήπως εκείνο που μένει είναι να τις ελαττώσουμε;

Αν θες να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή συνιστούσε ο Επίκουρος σε ένας φίλο του τον Ιδομενέα, μη του δίνεις περισσότερα χρήματα, αλλά ελάττωσε τις επιθυμίες του. Δηλαδή ελάττωσε τις πιθανές αιτίες του πόνου και την αγωνία για το μέλλον.

Πρέπει επομένως να βρούμε ένα κριτήριο να διακρίνουμε τις επιθυμίες μας. Να εκπληρώνουμε όσες δε μας πονούν όταν τις ικανοποιούμε, δηλαδή να τρώμε να πίνουμε να ντυνόμαστε όταν κρυώνουμε, να έχουμε μία στέγη, και γενικά να είμαστε υγιείς και ασφαλείς. Οι υπόλοιπες επιθυμίες μας μπορεί να είναι φυσικές αλλά μη αναγκαίες, ή ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες. Από αυτές πρέπει να αποφεύγουμε όσες μας πονούν όταν επιμένουμε να τις ικανοποιούμε και να επιλέγουμε όσες όχι απλά μας ευχαριστούν, αλλά και δεν μας φέρνουν πόνο και ταραχή, είτε αμέσως είτε αργότερα. Γιατί δεν αξίζει να πονάμε σωματικά ή ψυχικά για πράγματα που δεν συμβάλλουν στον τελικό μας σκοπό που είναι μία ευτυχισμένη ζωή.

Αυτά είναι μη αναγκαίες επιθυμίες που οφείλονται σε λανθασμένες πεποιθήσεις δικές μας ή της κοινωνίας.

Η επιθυμία να ντυνόμαστε με τα ρούχα της τελευταίας μόδας μοιάζει φυσική, αν και κατά κάποιο τρόπο καθορίζεται από τον περίγυρό μας. Δεν είναι όμως αναγκαία. Μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε ευχάριστα ως ευπρόσδεκτο μέλος μίας ομάδας που έχει τις ίδιες επιθυμίες και προσπαθεί να τις εκπληρώσει. Είναι όμως αμφίβολο αν η ηδονή αυτή αξίζει την αγωνία μας να είμαστε πάντα σε θέση να ανταποκριθούμε σε αυτές τις επιθυμίες και την ταραχή μας όσες φορές δεν τα κατορθώνουμε.

Παρόμοια πρέπει να διακρίνουμε τις ηδονές. Όσο τρώω και απομακρύνεται ο πόνος της έλλειψης, και της πείνας, νιώθω μία ηδονή που είναι φευγαλέα (κινητική). Όταν όμως έχω φάει, η πληρότητα που νιώθω, η έλλειψη του πόνου και της ανάγκης που βιώνω, όταν είμαι χορτάτος, είναι μία σταθερή (καταστηματική) ηδονή. Αυτές οι ηδονές είναι πολύ σημαντικές, υποστήριζε ο Επίκουρος. Ουσιαστικά από τέτοιες φυσικές και σωματικές ηδονές, από την ικανοποίηση των αισθήσεων, ξεκινά η ανθρώπινη ευτυχία. Ο Επίκουρος δεν περιφρονούσε τη σωματική ευχαρίστηση, αλλά τη θεωρούσε κάτι απλό. «Στείλε μου μία φέτα τυρί για να φάω με πολυτέλεια», έγραψε σ' ένα φίλο του. Σκεφτόταν όμως ότι οι φυσικές ηδονές αφορούν μόνο το παρόν και ότι αν μείνουμε σε αυτές, θα πρέπει να επιζητούμε κάθε στιγμή την ηδονή. Έτσι θα ζούμε με αγωνία και αβεβαιότητα, ενώ σκοπός είναι η αδιατάραχη γαλήνη. Πρέπει, επομένως, να αναζητούμε άλλες ηδονές πιο μόνιμες στο σώμα και τη ψυχή, που αφορούν και το παρελθόν (ευχάριστες αναμνήσεις) και το μέλλον (βεβαιότητα για το τι θα συμβεί). Όταν ικανοποιούμε τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες μας και δεν έχουμε άλλες ανικανοποίητες επιθυμίες, ζούμε μία σταθερή κατάσταση, την πιο ηδονική από όλες. Με τον τρόπο αυτό, ακολουθώντας τη φύση, φτάνουμε στο μέγιστο αγαθό της αυτάρκειας και δεν περιμένουμε να ζήσουμε περισσότερο για να ευτυχίσουμε περισσότερο. Να πως ο Επίκουρος συνδύαζε τον ηδονισμό του με μια μετρημένη ζωή.

Αυτός που δεν ικανοποιείται με τα λίγα δεν ικανοποιείται με τίποτα.

Ο πιο ανασταλτικός παράγοντας για την ευτυχία μας είναι οι φόβοι μας. Επιθυμούμε να ζήσουμε για πάντα και ταυτόχρονα φοβόμαστε γιατί θα πεθάνουμε. Η επιθυμία της αιωνιότητας δεν μας αφήνει να χαρούμε τα όσα ζούμε τώρα σ' αυτή τη ζωή, γιατί αγωνιούμε αν θα τα έχουμε πάντα ή γιατί αγωνιζόμαστε να τα αυξήσουμε. Και ο φόβος του τέλους δεν μας αφήνει να χαρούμε, γιατί αγωνιούμε ότι ο θάνατος θα είναι φρικτός.

Οι φόβοι αυτοί, για το κακό που είναι ανυπόφοροι, για τους θεούς που παρεμβαίνουν και τιμωρούν τους ανθρώπους στη ζωή αλλά και μετά το θάνατο, καθώς και τα ανεξήγητα καταστροφικά φυσικά φαινόμενα, είναι για τον Επίκουρο τα μεγαλύτερα εμπόδια για την απόλαυση της ευχαρίστησης. Πως όμως θα διαλυθούν αυτοί οι φόβοι;

Εδώ, θα έλεγε ο Επίκουρος, η καθημερινή εμπειρία δε μας βοηθά, γιατί χρειάζεται η ορθή θεώρηση όλων των δεδομένων που μας προσφέρουν οι αισθήσεις μας. Και στο σημείο αυτό αναλαμβάνει ο λόγος, ο νηφάλιος στοχασμός, η φρόνηση, η πρακτική σοφία, η φιλοσοφία. Αυτή θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από ανυπόστατους φόβους αλλά και μάταιες ελπίδες και θα τον κάνει να κατανοήσει την αληθινή φύση των επιθυμιών του και της ηδονής. Όπως ο Σωκράτης πίστευε ότι η γνώση είναι αναγκαία για την αρετή, έτσι και ο Επίκουρος πίστευε ότι η γνώση είναι αναγκαία για την ευτυχία, την ευδαιμονία.