Φυσική και γνωσιοθεωρία
Η γλώσσα
07.05.2013 Κώστας Καλεύρας

Η γλώσσα

Θα πρέπει να δεχτούμε ότι στον πρωτόγονο άνθρωπο η φύση, πολλά του δίδαξε και σε αρκετά εξαναγκάστηκε, από τα ίδια τα πράγματα. Κατόπιν το λογικό ήρθε να τελειοποιήσει τα όσα του εμπιστεύτηκε η φύση και να κάνει νέες ανακαλύψεις. Σ’ άλλους λαούς αυτό έγινε πιο νωρίς σ’ άλλους πιο καθυστερημένα και σε ορισμένες χρονικές περιόδους οι επιδόσεις υπήρξαν μεγάλες, ενώ σε άλλους καιρούς μειωμένες. Συνεπώς, ακόμα και τα ονόματα των πραγμάτων αρχικά δεν προέκυψαν ως προϊόν σύμβασης, αλλά η ίδια η φύση των ανθρώπων, ανάλογα σε τι έθνος ανήκαν και τι ιδιαίτερα αισθήματα ένιωθαν και ποιες ήταν οι παραστάσεις τους, τους έκανε να εκπνέουν τον συμπιεσμένο αέρα με ιδιαίτερο τρόπο, που καθοριζόταν από τα εκάστοτε συναισθήματα και τις παραστάσεις, και τις διαφορές από τόπο σε τόπο. Αργότερα δε, σε κάθε έθνος καθιερώθηκαν κοινές ονομασίες έτσι ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση και να εκφράζονται οι άνθρωποι πιο σύντομα. Κι επίσης, όσοι συνειδητοποιούσαν κάποια πράγματα που δεν τα έβλεπαν όλοι, τα πρόβαλαν στους υπόλοιπους προφέροντας κάποιες λέξεις άλλοι το έκαναν σπρωγμένοι από την ανάγκη κι άλλοι τις επέλεγαν οδηγημένοι από το λογικό τους, έτσι ώστε να εκφραστούν κατά τρόπο σύμφωνο με τα γενικότερα αίτια που διέπουν την ομιλία.

Ο Επίκουρος στην προς Ηρόδοτο επιστολή λέει:

Κατ αρχήν, Ηρόδοτε, πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να είναι δεδομένο, ώστε να μπορούμε να διατυπώνουμε κρίσεις για τα όσα πιστεύουμε η αναζητούμε ή δεν καταλαβαίνουμε, έχοντάς τες ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς κι όχι να μπερδευόμαστε μέσα σε ατέρμονες ερμηνείες, με το κάθε τι αξεκαθάριστο αλλιώς, το μόνο που θα μας μείνει θα ναι κούφιες λέξεις. Χρειάζεται απαραίτητα να μας είναι προφανές χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης το πρωταρχικό νόημα της κάθε λέξης, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο, όταν αναζητούμε, όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ή όταν εκφέρουμε γνώμες. Κι επίσης, θα πρέπει οπωσδήποτε να στηριζόμαστε στις αισθήσεις μας και δίχως άλλο, είτε στην άμεση αντίληψη του μυαλού είτε σε κάποιο άλλο κριτήριο, καθώς και στα υπαρκτά αισθήματα, ώστε να έχουμε μια βάση για να βγάζουμε συμπεράσματα και γι αυτά που ακόμη περιμένουν επιβεβαίωση και για τα μη προφανή.

Ο Λουκρήτιος γράφει:

«Η φύση ανάγκασε τους ανθρώπους να προφέρουν τους διάφορους φθόγγους της γλώσσας, κι η ανάγκη και χρησιμότητα των πραγμάτων έκανε να σχηματιστούν τα ονόματα τους κάπως σαν αυτό που βλέπουμε στα μικρά παιδιά, που η αδυναμία τους να μιλήσουν τα κάνει να χειρονομούν, όταν δείχνουν με το δάχτυλο ότι βρίσκεται γύρω τους. Γιατί το κάθε πλάσμα νιώθει για ποιο σκοπό μπορεί να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Πριν ακόμα βγάλει κέρατα το μοσχαράκι, δίνει θυμωμένες κουτουλιές και σπρώχνει τον εχθρό. Κι οι μικροί πάνθηρες και τα λιονταράκια παλεύουν κιόλας με νύχια και δαγκωματιές, πριν καλά-καλά φυτρώσουν τα δόντια τους. Και βλέπουμε πως όλα τα πετούμενα εμπιστεύονται τις φτερούγες τους κι αναζητούν την αβέβαιη ακόμα βοήθειά τους.

Είναι λοιπόν τρελό να νομίζουμε πως την εποχή εκείνη ένας κάποιος μοίρασε ονόματα στα πράγματα κι έτσι έμαθαν οι άνθρωποι τις πρώτες λέξεις. Γιατί να μπορεί αυτός να ονοματίσει το κάθε τι και να προφέρει τους ποικίλους φθόγγους της γλώσσας, κι όλοι οι άλλοι, την ίδια εποχή, να νομίζουμε πως δεν είχανε αυτή την ικανότητα; Χώρια που, αν οι άλλοι δεν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει το λόγο αναμεταξύ τους, εκείνου από που του εμφυτεύτηκε η έννοια της χρησιμότητας του; Κι από πού του δόθηκε αρχικά η δύναμη να γνωρίζει και να διακρίνει με το νου το τι ήθελε να κάνει; Ούτε πάλι θα μπορούσε ο ένας να υποτάξει τους πολλούς και να τους κάνει να θέλουν να μάθουν τα ονόματα των πραγμάτων. Κι ούτε είναι εύκολο να βρεις τρόπο να διδάξεις και να πείσεις τους κουφούς για το τι πρέπει να γίνει δεν θα το ανέχονταν εκείνοι, με τίποτα δεν θα το άντεχαν να τους τρυπούν τ’ αυτιά οι άγνωστοι ήχοι της φωνής του. Κι επιτέλους, πού βρίσκεται το παράξενο, αν το ανθρώπινο γένος, με τη δύναμη της φωνής και της γλώσσας, σημάδεψε τα πράγματα με λέξεις, ανάλογα με την αίσθηση που προκαλούσαν; Εδώ ακόμα και τα ζώα που δεν έχουν φωνή, και ήμερα και τα άγρια, συνηθίζουν να βγάζουν αλλιώτικους ήχους όταν φοβούνται, όταν πονούν η όταν τα πλημμυρίζει η χαρά. Εύκολο να το διαπιστώσεις, από τα απλά γεγονότα. Όταν οι μολοσσοί αγριεύουν κι απ’ τα μεγάλα και πλαδαρά σαγόνια τους βγαίνουν μουγκρητά και γυμνώνουν τα κοφτερά τους δόντια πισωπατώντας με λύσσα, μας απειλούν βγάζοντας έναν ήχο πολύ αλλιώτικο από τα γαυγίσματά τους που γεμίζουν τον αέρα. Μα όταν γλείφουν τα κουτάβια τους με στοργή ή όταν τα σπρώχνουν πέρα δώθε με τις πατούσες τους και κάνουν πως θα τα καταβροχθίσουν μα συγκρατούν τα δόντια τους, τα χαϊδολογούν με γρυλισμούς αλλιώτικους από το ουρλιαχτό που βγάζουν όταν μένουν μόνοι τους στο σπίτι ή όταν ζαρώνουν και φεύγουν να γλιτώσουν το ξύλο... Αν λοιπόν τα ζώα, μολονότι βουβά, αναγκάζονταν από διαφορετικά αισθήματα να βγάζουν διαφορετικές φωνές, πόσο πιο πιθανό είναι να μπόρεσαν τότε οι θνητοί να εκφράσουν με διαφορετικούς φθόγγους διαφορετικά πράγματα»!

Ο Διογένης Οινοανδέας επίσης γράφει:

«Όσο για την ομιλία, δηλαδή τα ρήματα και τα ουσιαστικά που για πρώτη φορά αναφώνησαν οι γεννημένοι από τη γη άνθρωποι, ας μη παρουσιάζουμε τον Ερμή ως τον πρώτο διδάξαντα, όπως κάνουν μερικοί είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για ανοησίες. Αλλά ούτε και τους φιλοσόφους να μην πιστεύουμε, εκείνους που λένε πως τα πράγματα απόκτησαν τα ονόματά τους σύμφωνα με κάποια εντολή και διδασκαλία, έτσι ώστε να έχουν οι άνθρωποι τα σύμβολα των πραγμάτων για να εκφράζονται εύκολα. Είναι γελοίο, και μάλιστα το πιο γελοίο ανάμεσα στα γελοία, και εξίσου αδύνατο, ένας κάποιος από μόνος του να συγκεντρώσει τέτοια πλήθη διότι τότε δεν υπήρχαν ούτε εξουσίες ούτε καν τα γράμματα, εκεί που δεν υπήρχε ούτε η λαλιά. Γιατί θα έπρεπε να τα συγκεντρώσει με μια προσταγή και αφού τα συγκεντρώσει, ν αρχίσει να δίνει εντολές κρατώντας ένα ραβδί σα δάσκαλος, να ακουμπάει το καθετί και να λέει, “τούτο δω θα ονομάζεται πέτρα κι αυτό ξύλο κι αυτό άνθρωπος ή σκυλί ή βόδι ή γάιδαρος...”»

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ

Ο Επίκουρος αναφέρει:

Την εποχή εκείνη, και με τα εκφραστικά μέσα που διέθετα, σκεφτόμουν και έλεγα το ίδιο πράγμα ότι όλα τα λάθη που σχηματίζονται στο ανθρώπινο μυαλό έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τις έννοιες [σ.τ.μ.: τις προλήψεις] και με τα όσα φανερώνονται στις αισθήσεις [σ.τ.μ: τα φαινόμενα] κι αυτό εξ αιτίας των πολυποίκιλων τρόπων χρήσης των λέξεων… Ίσως όμως να μην είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να μακρηγορήσουμε αναφέροντας τέτοιες περιπτώσεις. Και πολύ σωστά, Μητρόδωρε γιατί φαντάζομαι πως θα χεις ν’ αναφέρεις ένα σωρό τέτοιες περιπτώσεις, ανθρώπων που παρατήρησες ότι προσλαμβάνουν με τρόπο κάπως γελοίο τις λέξεις, δίνοντάς τους οποιοδήποτε άλλο νόημα πέρα από αυτό που πραγματικά έχουν ενώ εμείς όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις δεν ξεφεύγουμε από το συμβατικό τους νόημα ούτε μεταβάλλουμε την ονομασία ενός ολοφάνερου πράγματος...

Ο Ερωτιανός (Γραμματικός και ιατρός 1ος μ.χ. ) μας μεταφέρει:

Αν πρόκειται να διευκρινίσουμε το νόημα λέξεων που τις ξέρουν οι πάντες, θα πρέπει να τις ερμηνεύσουμε είτε όλες είτε ορισμένες. Αλλά το να τις ερμηνεύσουμε όλες είναι αδύνατο, και το να ερμηνεύσουμε μερικές δεν έχει νόημα. Διότι θα τις διευκρινίσουμε είτε με τη βοήθεια συνηθισμένων λέξεων είτε χρησιμοποιώντας λέξεις ασυνήθιστες. Όμως οι ασυνήθιστες, όπως φαίνεται, δεν κάνουν γι αυτή τη δουλειά (γιατί δεχόμαστε ότι τα λιγότερο γνωστά ερμηνεύονται από τα περισσότερο γνωστά) ενώ οι συνηθισμένες λέξεις, όντας ισότιμες (μ’ αυτές που θέλουμε να ερμηνεύσουμε), δεν θα συμβάλουν στο να τις φωτίσουμε, όπως λέει ο Επίκουρος. Διότι καταστρέφεται η νοηματική καθαρότητα μιας έκφρασης όταν, σα φάρμακο ομοιοπαθητικό, έρχεται ο λόγος να τη νοθεύσει.

Ένας ανώνυμος σχολιαστής γράφει:

Ο Επίκουρος λέει πως οι ονομασίες των πραγμάτων είναι πιο ξεκάθαρες από τους ορισμούς, και ότι θα ήταν γελοίο, αντί να πει κανείς «Χαίρε Σωκράτη», να πει «χαίρε έλλογο, θνητό ζώον».

Ο Φιλόδημος μας πληροφορεί:

Στο έργο του Περί της ρητορικής ο Επίκουρος διδάσκει ότι οι δύο ικανότητες (πολιτική και ρητορεία) είναι εντελώς ξέχωρες και ότι οι λεκτικές διαμάχες δεν συμβάλλουν διόλου στην πολιτική πρακτική, και ότι συχνά την διαστρέφουν. Πράγματα που τα ξέρουν όλοι, κι είναι πια μάταιο και περιττό να μνημονεύονται.

Τα σωζόμενα κείμενα περί γλώσσας (που ανήκουν τόσο στη «Φυσική» όσο και στην «Κανονική») κινούνται σε δύο άξονες. Αφ ενός καταδεικνύουν ότι το φαινόμενο της γλώσσας ήταν μια φυσική εξέλιξη και ανατρέπουν τις καθιερωμένες αντιλήψεις περί (θεόπνευστης - τεχνητής επινόησης - ονοματοθεσίας) και αφ ετέρου, ότι οι λέξεις, δημιουργημένες με τον πιο φυσικό τρόπο, αντιστοιχούσαν επακριβώς στα πράγματα, δηλ. στις ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ (τις πρωταρχικές, εμπειρικά διαμορφωμένες έννοιες των πραγμάτων - το πρώτον εννόημα, όπως γράφει ο Επίκουρος), προτού επέλθει η διαστροφή των λεκτικών νοημάτων, προτού δηλαδή αρχίσουν οι λέξεις να αποκτούν μεταφορικές σημασίες, αμφισημίες κλπ. Τις ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ, φυσικά, εννοεί ο Επίκουρος με τη φράση «Τα υποταγμένα τοίς φθόγγοις», (Επιστ. προς Ηρόδοτο 37-38), εμμένοντας στην ανάγκη της νοηματικής σαφήνειας των λέξεων, προκειμένου να μην ξεστρατίσει η φιλοσοφική συζήτηση από την ουσία και καταντήσει ένας κυκεώνας ερμηνειών, ορισμών, ασυνεννοησίας και λεκτικών παιχνιδιών.


Κώστας Καλεύρας