Φυσική και γνωσιοθεωρία
Φανταστικές επιβουλές της διανοίας - Μια προσπάθεια προσέγγισης ενός σκοτεινού όρου.
04.09.2013 Δημήτρης Άλτας

Φανταστικές επιβουλές της διανοίας - Μια προσπάθεια προσέγγισης ενός σκοτεινού όρου.

Οι φανταστικές επιβουλές της διανοίας αποτελούν το τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο του Επικούρειου Κανόνα, που κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο προστέθηκε από τους Επικούρειους αλλά όχι από τον ίδιο τον Επίκουρο.

Είναι αλήθεια όμως ότι ο όρος έστω και ελαφρά παραλλαγμένος αναφέρεται από τον ίδιο τον Δάσκαλο στην προς Ηρόδοτο επιστολή.

Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω τα σχετικά αποσπάσματα από την προς Ηρόδοτο επιστολή με τον κίνδυνο να γίνω κάπως κουραστικός.

« Θα πρέπει οπωσδήποτε να στηριζόμαστε στις αισθήσεις μας και δίχως άλλο στην άμεση αντίληψη του νού είτε σε κάποιο άλλο κριτήριο καθώς και στα υπάρχοντα συναισθήματα ώστε να έχουμε μία βάση για να βγάζουμε ασφαλή συμπεράσματα και για τα προσμένοντα επιβεβαίωση και για τα μη προφανή ».

« Πρέπει να δεχτούμε οτι κάτι απο τον εξωτερικό κόσμο έρχεται μέχρις εμάς ώστε να βλέπουμε τις μορφές και να τα κατανοούμε, γιατί τα εξωτερικά δέν θα αποτύπωναν την φύση τους καθώς και εκείνη του χρώματος και της μορφής τους διαμέσου του αέρα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτά και εμάς, ούτε διαμέσου των ακτίνων και των οποιωνδήποτε ρευμάτων που εκπέμπονται απο εμάς προς εκείνα, έτσι ώστε να δεχόμασταν οτι απο τα πράγματα έρχονται προς εμάς κάποια ομόχρωμα ή ομοιόμορφα είδωλα με μέγεθος προσαρμοσμένο στην όραση ή την διάνοιά μας με μεγάλη ταχύτητα ».

« Η παράσταση λοιπόν που θα λάβουμε είτε με την διάνοια είτε με τις αισθήσεις σαν μορφή ή σάν βασικές ιδιότητες, είναι η ίδια η μορφή του στερεού σώματος που προκύπτει απο την ακολουθία πυκνώσεων και αραιώσεων του ειδώλου, καθώς και απο το απόθεμα των ειδώλων του σώματος ».

« Η ομοιότητα λοιπόν των παραστάσεων που βλέπουμε ή στον ύπνο μας ή μέσω άλλων επιβολών της διανοίας ή των λοιπών κριτηρίων με τα ονομαζόμενα όντα και αληθινά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί εάν δεν υπήρχαν εκείνα με τα οποια θα μπορούσαμε να τις αντιπαραβάλουμε ( τα είδωλα ) ».

Από τον Διογένη τον Οινοανδέα πληροφορούμαστε επίσης την προς την Μητέρα επιστολή του Επίκουρου όπου προσπαθεί να διασκεδάσει τις ανησυχίες της απο τους εφιάλτες που έχει σχετικά με τον γιό της:

«....εσύ πρέπει να κάνεις για τα ζητήματα αυτά προσεκτικές και βέβαιες σκέψεις. Γιατί πράγματι οι παραστάσεις όσων δεν είναι παρόντα στην όρασή μας, όταν φτάνουν στην ψυχή την γεμίζουν με τον μεγαλύτερο φόβο. Αν όμως ξανασκεφτείς ψύχραιμα το όλο ζήτημα, θα καταλάβεις οτι οι παραστάσεις αυτές είναι εντελώς ίδιες με τις παραστάσεις των παρόντων ( των αισθητών). Γιατί αν και δεν συλλαμβάνονται με τις αισθήσεις αλλά απο τον νού έχουν μέσα τους την ίδια δύναμη (αλήθεια) ως προς τα μή παρόντα, που έχουν και ως προς τα παρόντα.

Δεν είναι εύκολο δεδομένης της ανεπάρκειας των υπαρχουσών πηγών να γίνει εύκολα κατανοητός ο όρος « φανταστικές επιβουλές της διανοίας ». Οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί με επικρατούσες εκείνη του Bailey ( ενορατική σύλληψη του νου ) και του Sedley ( Εστίαση της σκέψης σε μία εντύπωση ) παραμένουν κατά την γνώμη μου αρκετά ασαφείς και δυσνόητες. Για τον λόγο αυτό ας μου επιτραπεί να ακολουθήσω και εγώ το ολισθηρό και επικίνδυνο μονοπάτι της εικασίας, έχοντας όμως σαν εφόδια την ίδια την πλεόναχο λογική του Επίκουρου και την επαγωγική του μέθοδο.

Μελετώντας προσεκτικά τα προαναφερθέντα εδάφια καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για παραστάσεις που εντυπώνονται στον νου, χωρίς την μεσολάβηση των γνωστών Αριστοτελικών αισθήσεων. Είναι μέσα στα πλαίσια της «πλεόναχου» λογικής του Δάσκαλου να υποθέσουμε, ότι πιθανολογεί την ύπαρξη και άλλων αισθήσεων πλην των πέντε γνωστών, ή ότι θεωρεί την ίδια την διάνοια αισθητήριο όργανο. Και αυτό για να εξηγήσει φαινόμενα όπως τα όνειρα, τα οράματα, τις κοινές πεποιθήσεις των ανθρώπων σε έννοιες όπως οι Θεοί, ακόμα και φαινόμενα όπως η διαίσθηση ή τα οράματα των παρανοϊκών.

Θα πρέπει ίσως εδώ να υπενθυμίσουμε για να μην ακολουθήσουμε λάθος δρόμο, ότι ο Επίκουρος αγνοεί το υποσυνείδητο. Γι αυτόν όλα τα παραπάνω προκαλούνται από υλικά είδωλα που προέρχονται έξω από τον άνθρωπο και με τον α ή β τρόπο προσλαμβάνονται και εντυπώνονται στην διάνοια δημιουργώντας παράσταση.

Κάνοντας χρήση της επαγωγικής μεθόδου του Δασκάλου εφ’ όσον οι γνωστές αισθήσεις δημιουργούν αληθείς παραστάσεις κατ’ αναλογία και οι ασαφείς αισθήσεις ή η διάνοια ως αισθητήριο, δημιουργούν και αυτές αληθείς παραστάσεις. Όμως ενώ υφίσταται παραστατό το αντικείμενο παραμένει συνήθως ασαφές. Η ενάργεια απουσιάζει και την σχέση της υποκειμενικής προς την αντικειμενική αλήθεια καλείται να ξεκαθαρίσει η εμπειρία. Οι παραστάσεις αυτές δηλαδή θα πρέπει να υποβάλλονται όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα κριτήρια της αλήθειας στην δοκιμασία της επιμαρτύρησης και μη αμφισβήτησης ή αντιμαρτύρησης και αμφισβήτησης με βάση την εμπειρία.

Όμως προχωρήσαμε πολύ στο ανασφαλές μονοπάτι της εικασίας με το ελαφρυντικό πάντως ότι πατήσαμε πάνω στο στέρεο έδαφος της Επικούρειας διδασκαλίας. Ισως κάποτε νέα στοιχεία να καταστήσουν εναργέστερη την γνώση και να συμβάλλουν στην επιμαρτύρηση και μη αμφισβήτηση, ή την αντιμαρτύρηση και αμφισβήτηση των προαναφερθέντων. Έως τότε δεν μπορούμε παρά να αρκεστούμε στην κατάσταση του προσμένοντος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ Διογένης Λαέρτιος

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ Hutchinson

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ A. Koen

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ – Ηθική Γιώργος Ζωγραφίδης

 

Δημήτρης Άλτας