Ηθική και ευζωία
Η Επικούρεια θεολογία
10.10.2013 Δημήτρης Άλτας

Η Επικούρεια θεολογία

Σκέψεις και σχόλια ενός σύγχρονου Επικούρειου.

«Η ευσέβειά του προς τους θεούς και η αγάπη του προς την πατρίδα δέν περιγράφεται με λέξεις» αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος για τον Επίκουρο. Ποιοί είναι όμως οι θεοί του Επίκουρου; Πώς μπορεί να συμπλεύσει η καθαρά υλιστική φιλοσοφική του θεώρηση με την έννοια της θεότητας; Ποιά είναι η θέση των θεών στο Επικούρειο σύμπαν; Είναι τελικά ειλικρινής ο Επίκουρος όταν δηλώνει οτι η γνώση περι θεών είναι εναργής; Η δήλωση αυτή είναι απάντηση στο ερώτημα άν υπάρχουν θεοί. Στό ίδιο ερώτημα ο Πρωταγόρας απαντά οτι δεν γνωρίζει ούτε αν υπάρχουν, ούτε αν δεν υπάρχουν, ούτε πώς μοιάζουν αν υπάρχουν, γιατί είναι πολλά εκείνα που παρεμποδίζουν την γνώση όπως το άψαυστο του υποκειμένου και η βραχύτητα της ανθρώπινης ζωής. Στην ουσία ο Πρωταγόρας δέν γνώρίζει γιατί οι Θεοί δεν είναι αντιληπτοί με τις αισθήσεις αλλά ούτε κατ’ αναλογία με κάποια γνωστή εμπειρία. Κρατά μία επιφύλαξη γιατί κάποιοι ισχυρίζονται οτι τους είδαν ή τους άκουσαν. Με την ίδια ακριβώς λογική επεξεργασία ο Επίκουρος καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα! Ποιός βάσει αυτής της συλλογιστικής φθάνει στο σωστό συμπέρασμα είναι εναργές! Όπως εναργές είναι και το γεγονός ότι οτι ο Πρωταγόρας εκδιώχθηκε κακήν κακώς απο την Αθήνα με την κατηγορία της Αθείας και πνίγηκε σε ναυάγιο προσπαθώντας να διαφύγει στην Σικελία. Απο το σύγγραμά του «Περί θεών» εκτός απο την πρώτη φράση που προαναφέραμε τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό πιθανότατα γιατί οι Αθηναίοι δεν μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν το υπόλοιπο έργο πριν το κάψουν. Προφανώς ο Επίκουρος δεν είχε την ίδια τύχη. Άν και πάντα επικρέμονταν εναντίον του απ’ότι φαίνεται η απειλή της κατηγορίας για Αθεία. Η ρήση του Επίκουρου στην επιστολή του προς τον Μενοικέα «Ασεβής δεν είναι αυτός που απορρίπτει την εικόνα που έχουν οι πολλοί για τους θεούς αλλα αντίθετα ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών» πιθανώτατα αποτελεί απάντηση σε μια τέτοια κατηγορία.

Μπορούμε λοιπόν κατα την γνώμη μου, βάσιμα να υποθέσουμε, πως η θεολογία του Επίκουρου είναι περισσότερο ένα προκάλυμα χωρίς ουσία. Γιατί αν προβληματιστούμε πάνω της θα διαπιστώσουμε οτι αυτή δέν δένει με το όλο φιλοσοφικό έργο του Επίκουρου. Γιατί περιέχει κάποιες σημαντικές αντιφάσεις όπως:

Η προαναφερθείσα δήλωση ότι η γνώση περι θεών είναι εναργής, χωρίς άλλη περαιτέρω αιτιολόγηση και με αρκετά δογματική διάθεση. Είναι δε και ανθρωπόμορφοι με τέλεια σωματική ομορφιά, γιατί έτσι τους αντιλαμβάνονται αυτοί που τους βλέπουν συνήθως στα όνειρά τους. Αλλα αυτή δεν είναι άραγε η εικόνα των πολλών για τους θεούς που κατα τον Επίκουρο πρέπει να απορρίψουμε;

Το γεγονός ότι θεωρεί τους θεούς μακάριους και άφθαρτους. Η αφθαρσία όμως στο σύμπαν του Επίκουρου όπως και του Δημόκριτου αφορά μόνο τα άτομα που είναι επίσης αγέννητα. Όλα τα υπόλοιπα σώματα, των θεών συμπεριλαμβανομένων, δεν μπορεί να είναι άφθαρτα αφού συνιστούν ενώσεις ατόμων, έστω και των εξευγενισμένων ατόμων, απο τα οποία αποτελούνται οι θεοί. Άλλωστε δεν υπάρχει καμμιά εμπειρία ή πρόληψη αφθαρσίας ώστε έστω κατ΄αναλογία να υποθέσουμε ότι υπάρχουν άφθαρτα σώματα πέραν των ατόμων. Άλλωστε ότι γεννιέται πεθαίνει και αυτός είναι κοινός τόπος σ΄όλη την Ελληνική Φιλοσοφία και φυσικά και την Επικούρεια.

Η μακαριότητα των θεών, και της κοινωνίας των προς την οποία πρέπει να ενατενίζουμε και να επιδιώκουμε να μιμηθούμε είναι μία ιδεατή κατάσταση και θυμίζει έντονα Πλάτωνα και σχεδόν καθόλου Επίκουρο! Η ιδέα της τέλειας και μακάριας θεότητας! Και εμείς οι θνητοί ατελής προφανώς αντανάκλαση των τέλειων θεών που επιδιώκουμε να προσεγγίσουμε έστω και προσωρινά την μακαριότητά τους. Αλλά πόσο δένουν όλα αυτά με την Επικούρεια φιλοσοφία;

Κατά την γνώμη μου οι εξώφθαλμες αυτές αντιφάσεις δεν είναι τυχαίες αλλά συνιστούν ένα κώδικα προς τους μυημένους για την κατανόηση του πραγματικού σκοπού της θεολογίας του Επίκουρου. Οτι δέν είναι τίποτα άλλο παρα μιά προσπάθεια παραπλάνησης εκείνων που αναζητούσαν αιτία να απαλλαγούν απο τον ενοχλητικό φιλόσοφο εξορίζοντάς τον απο την Αθήνα.

Γιατί ο ίδιος ο Επίκουρος αφού πρώτα αποδεχθεί την ύπαρξη θεών με την συλλογιστική λίγο-πολύ «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» στην συνέχεια φροντίζει να απογυμνώσει την έννοια < θεός > απο την ουσία της. Έτσι οι θεοί, γαλήνιοι ατάραχοι και ανεύθυνοι, ζούν στα μετακόσμια – έξυπνη παραλλαγή του κόσμου των ιδεών του Πλάτωνα ενταγμένου στον υλικό κόσμο – και δέν ασχολούνται ούτε με τον κόσμο ούτε φυσικά με τον άνθρωπο, γιατί κάτι τέτοιο θα διαττάρασε την μακαριότητά τους. Για τον λόγο αυτόν ούτε οργίζονται με κανένα ούτε χαρίζονται σε κανένα ούτε εξευμενίζονται απο κανένα. Γιατί αυτές οι αντιδράσεις μας λέει ο Δάσκαλος χαρακτηρίζουν κατώτερα όντα. Αξίζει να τους λατρεύουν οι άνθρωποι σαν παραδείγματα μακαριότητας και ευδαιμονίας. Δέν έχει κανένα νόημα ούτε να τους φοβούνται, ούτε να ελπίζουν κάτι απο αυτούς. Γι αυτό ο Διογένης ο Οινοανδέας προτείνει να φτιάχνονται τα αγάλματα των θεών γελαστά! Πάει επομένως περίπατο η Θεία Πρόνοια! Όπως πάει περίπατο και ο φόβος τιμωρίας ή η ελπίδα επιβράβευσης απο μέρους των θεών. Ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του υπεύθυνος αυτός για την ζωή του και για τις πράξεις του. Η πορεία του σ’ αυτόν τον κόσμο καθορίζεται πέρα απο την φυσική αναγκαιότητα και το τυχαίο και σε μεγάλο βαθμό απο την ελεύθερη βούλησή του. Η έννοια όμως του Θεού άν της αφαιρέσης το στοιχείο της Θείας Πρόνοιας τον φόβο της τιμωρίας και την ελπίδα της επιβράβευσης, μένει ένα πουκάμισο αδειανό. Η λέξη Θεός απομένει μία κενή λέξη που είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει δεν κάνει καμμιά διαφορά για τον άνθρωπο. Ο οποίος στα δύσκολα καλά θα κάνει να μάθει να στηρίζεται στον εαυτό του και στους συνανθρώπους του – εδώ έγκειται και η αξία της φιλίας –και όχι σε ανύπαρκτους θεούς.

Άς υποκλιθούμε λοιπόν στην ευφυία του Επίκουρου που κατάφερε στο αποπνικτικό και εχθρικό περιβάλον της Ελληνιστικής Αθήνας, να στήσει, να οργανώσει και να εξασφαλίσει την επιβίωση του Κήπου του, μιάς κοινωνίας μέσα στην κοινωνία και όχι στο περιθώριό της, αποφεύγοντας με αριστοτεχνικό τρόπο τις παγίδες και τις κακοτοπιές, κάνοντας ίσως κάποιες παραχωρήσεις στην μορφή αλλά διατηρώντας στο ακέραιο την ουσία της φιλοσοφίας του.