Ηθική και ευζωία
Επικούρεια Φιλοσοφία ή Επικουρισμός;
11.11.2013 Δημήτρης Άλτας

Επικούρεια Φιλοσοφία ή Επικουρισμός;

Σε μία πρόσφατη συζήτηση στον Κήπο της Θεσσαλονίκης τέθηκε το ερώτημα, αν οι Επικούρειοι θα μπορούσαν να κατέβουν σαν κόμμα στην πολιτική σκηνή της Χώρας. Ο φίλος Γιώργος Καπλάνης απάντησε ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, γιατί η Επικούρεια φιλοσοφία δεν είναι ιδεολογία και σαν φιλοσοφία βρίσκεται ή θα έπρεπε να βρίσκεται στο ίδιο το υπόβαθρο της πολιτικής, κατά τον ίδιο τρόπο που η φιλοσοφία αν και δεν είναι επιστήμη βρίσκεται στο υπόβαθρο όλων των επιστημών.

Αν η φιλοσοφία παρέχει στην επιστήμη την μέθοδο της έρευνας, έτσι και στην πολιτική παρέχει την μέθοδο της ανάλυσης του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι και το ηθικό πλαίσιο των αποφάσεων που λαμβάνονται.

Το υπόβαθρο της πολιτικής του Νεοελληνικού κράτους είναι καθαρά ιδεαλιστικό αφού η κρατούσα θρησκεία και ο Πλατωνισμός και Στωικισμός που επιβίωσαν μέσω αυτής ασκούν έντονη επιρροή στην πολιτική σκηνή της Χώρας. Αλλά και η υλιστική φιλοσοφία του μαρξισμού που επηρεάζει την Αριστερά, έχει και αυτή περιέργως μεταλλαχτεί σε ιδεαλιστική ιδεολογία.

Aπό τι χαρακτηρίζεται όμως η ιδεολογία; Σύμφωνα με τον Θεοδόση Πελεγρίνη στο λεξικό του της φιλοσοφίας στο αντίστοιχο λήμμα, με τον όρο ιδεολογία γενικώς εννοείται ένα σύνολο ιδεών, θέσεων και αντιλήψεων, συγκροτημένων σε ενιαίο σύστημα, το οποίο προβάλλεται ως η αληθινή εικόνα της πραγματικότητας. Όσοι την υιοθετούν είναι υποχρεωμένοι να σκέπτονται και να ρυθμίζουν την ζωή τους σύμφωνα με αυτό. Όλοι οι «-ισμοι» είναι κατά βάση ιδεολογίες και είναι από την φύση τους δογματικοί και μεταφυσικοί, βασίζονται δηλαδή σε αναπόδεικτα νοητικά σχήματα τα οποία εκλαμβάνουν σαν πραγματικότητα υποβιβάζοντας την υλική πραγματικότητα σε επίπεδο κακέκτυπου των νοητικών αυτών σχημάτων.

Οι ιδεολογίες είναι κατ ’ανάγκη αιτιοκρατικές και τελεολογικές. Αυτό σημαίνει ότι παραδέχονται σκοπό στον οποίο τείνει αναγκαστικά το σύμπαν και κατ’ επέκταση η κοινωνία και ο άνθρωπος. Τον σκοπό τον θέτει κάποιος Δημιουργός ή η αδήριτη αναγκαιότητα στην αλληλουχία των γεγονότων. Ώς κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας οι ιδεολόγοι δεν ανέχονται και δεν συζητούν την γνώμη των άλλων στην λογική ότι όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Αυτή είναι η λογική του άσπρου-μαύρου του καλού και του κακού που απορρέει από την αρχή του αποκλειόμενου τρίτου του Αριστοτέλη. Έτσι είναι σύνηθες οι ιδεολόγοι να χρησιμοποιούν στις αντιπαραθέσεις τους λόγο «ξύλινο» και αποφατικό, να συνθηματολογούν και να αποδίδουν στους αντιπάλους τους χαρακτηρισμούς και «ταμπέλες» που καμμιά σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα οδηγώντας έτσι στην δαιμονοποίηση τους.

Συχνή λοιπόν κατάληξη των ιδεολογιών αλλά και των θρησκειών που και αυτές είναι ιδεολογίες, είναι η ιδεοληψία και ο φανατισμός, που οδηγεί σε τυφλό πάθος και μίσος εναντίον οποιουδήποτε υποστηρίζει απόψεις διαφορετικές από τις δικές τους πεποιθήσεις.

Ο ιδεολόγος απλά πιστεύει στην χίμαιρά του χωρίς να επιζητά αποδείξεις και τεκμηρίωση για το αντικείμενο της πίστης του. Αποτέλεσμα της στάσης αυτής των ιδεολόγων και της αδυναμίας τους να υποβάλουν τα γεγονότα στην βάσανο της νηφάλιας κρίσης, με βάση τα δεδομένα της πραγματικότητας, είναι αυτοί να γίνονται εύκολα θύματα της προπαγάνδας ατόμων ή συμφερόντων που εκμεταλεύονται τις ιδεολογίες για να αποκτήσουν κοινωνική και πολιτική δύναμη ώστε να προωθήσουν τους ιδιοτελείς σκοπούς τους.

Στο επίπεδο της πολιτικής, οι ιδεολόγοι ανάγουν κάθε πραγματικό πρόβλημα της κοινωνίας σε ιδεολογικό με αποτέλεσμα στείρες και ατέρμονες αντιπαραθέσεις με τους αντιπάλους τους, ώστε τελικά το πραγματικό πρόβλημα να χρονίζει, να λησμονιέται και να παραμένει άλυτο. ( π.χ. μεταναστευτικό )

Μία άλλη αρχή του Αριστοτέλη που βρίσκεται επίσης στο υπόβαθρο της Νεοελληνικής πολιτικής και όχι μόνο αντίληψης, είναι ο Χρυσός μέσος όρος, ή μέση οδός που πρέπει κανείς να επιλέγει στην επίλυση των θεμάτων και η αποφυγή των άκραίων αποφάσεων. Αυτό μεταφράστηκε στην άσκηση πολιτικής, σαν την τάση να στρογγυλοποιεί κανείς τα πράγματα, έτσι ώστε να κερδίζει την κοινή αποδοχή. Να παίρνει θέσεις ασαφείς, σε καίρια θέματα που απαιτούν ρηξικέλευθες λύσεις. Να προτείνει λύσεις, συνήθως ομιχλώδεις και μακροπρόθεσμα ατελέσφορες, που να αφήνουν, φαινομενικά τουλάχιστον, όλους ικανοποιημένους. Να ακολουθεί πάντα την συναίνεση και να μην προχωρεί σε ρήξεις. Να συνυπολογίζει πάντοτε στην λήψη αποφάσεων το λεγόμενο πολιτικό κόστος. Σε τελική ανάλυση να μην κάνει τίποτα! Άλλες εκφράσεις που απορρέουν από τον Χρυσό κανόνα του μέτρου είναι ο ανύπαρκτος μέσος άνθρωπος, ο απολιτικός Μεσαίος Χώρος και πάει λέγοντας. Η απόφαση του Μεταξά να απορρίψει το Ιταλικό τελεσίγραφο και να βάλει την Ελλάδα στην δίνη του πολέμου ήταν μία ακραία απόφαση. Πόσοι όμως Έλληνες θα διαφωνήσουν οτι ήταν μία σωστή απόφαση; Είναι αλήθεια όμως οτι θα αδικούσαμε κατάφωρα τον Αριστοτέλη άν αποδίδαμε σ’αυτόν την αποθέωση της μετριότητας που χαρακτηρίζει την Νεοελληνική κοινωνία!

Και η Επικούρεια φιλοσοφία; Αυτή ο φίλος Καπλάνης επιμένει οτι δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι Επικουρισμός. Όχι μόνο δεν ενέπνευσε ποτέ την Νεοελληνική πολιτική, αλλά συχνά συκοφαντήθηκε όταν δεν αγνοήθηκε από την πνευματική ηγεσία του Τόπου. Ποτέ στο Σύνταγμα της Ελλάδας δεν προβλέπονταν σαν σκοπός η Ευδαιμονία των πολιτών όπως προβλέπεται στο Αμερικανικό σύνταγμα.

Είναι αλήθεια ότι η Επικούρεια φιλοσοφία έχει χαρακτηριστεί δογματική γιατί απορρίπτει apri ori την θεϊκή παρέμβαση στην φύση, την θεία πρόνοια και την αθανασία της ψυχής. Όμως στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μετά από ενδελεχή έρευνα και παρατήρηση της φύσης. Οπωσδήποτε η Επικούρεια θέση είναι λιγότερο δογματική από την θέση του Πλάτωνα και των ανα τους αιώνες ιδεαλιστών που είναι καθαρά νοητικά κατασκευάσματα και έχουν στηρίξει όλο το φιλοσοφικό τους οικοδόμημα σε ατεκμηρίωτες δοξασίες.

Ο Επίκουρος έλεγε πως η φιλοσοφία είναι δράση που με λογικές προσεγγίσεις και συλλογισμούς υπηρετεί την ευτυχισμένη ζωή. ( Σέξτος Εμπειρικός Προς Μαθηματικούς XI 169 ). Είναι μία προσωπική και εγωιστική φιλοσοφία. Ο Επίκουρος δεν ενδιαφέρεται πρώτιστα για την κοινωνία σαν σύνολο, αλλά για την συστατική της μονάδα τον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο απεκδυμένο από τίτλους, κοινωνική θέση, φύλο, υλικά αγαθά, που προσπαθεί να τον ασπιδώσει απέναντι στους πιο αρχέγονους φόβους του για τους θεούς, τα φυσικά φαινόμενα και τον θάνατο, αλλά και απέναντι στο πιο θανάσιμο πάθος του την απληστία, κρυφό τέκνο των ίδιων αρχέγονων φόβων και της ανασφάλειας που αυτοί του προκαλούν. Κεντρικό στοιχείο της επικούρειας φιλοσοφίας η φρόνηση, βοηθά τον άνθρωπο να αξιολογεί τις ανάγκες του με σύνεση και νηφαλιότητα. Να απολαμβάνει τις προσιτές σε αυτόν ηδονές και να αποφεύγει αυτές που θα τον οδηγήσουν σε μεγαλύτερο πόνο. Η φιλία η μεγαλύτερη κατά τον Επίκουρο αρετή, έχει και αυτή ιδιοτελή κίνητρα και αποβλέπει στο προσωπικό αίσθημα ασφαλείας. Πέρα από την φιλία το κοινωνικό συμβόλαιο και η δικαιοσύνη που αυτό επιβάλει μεταξύ των ανθρώπων διασφαλίζει την ασφαλή διαβίωση στην ευρύτερη κοινωνία.

Όσον αφορά την πολιτική ο Επικούρειος θα ασχοληθεί, μόνον όταν πιστέψει ότι η δική του ανάμιξη θα συμβάλλει στην απομάκρυνση του ψυχικού πόνου του δικού του και των φίλων του, πόνου που προκαλεί μία δυσάρεστη πολιτική κατάσταση η κάποιος εξωτερικός κίνδυνος.

Με φρόνηση και με πολύτιμο εργαλείο την πλειότιμη λογική του Επίκουρου που δεν εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε τεχνητά διλλήματα και αντιμετωπίζει τα θέματα από πολλές προοπτικές και σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα, θα εξετάσει όλες τις δυνατές επιλογές και θα προτείνει αυτό που θεωρεί πλέον εφικτό και δίκαιο υπό τις παρούσες συνθήκες. Δεν θα βραχυκυκλωθεί σε ιδεοληψίες και κενές νοήματος προτάσεις, εύηχες στο αυτί αλλά ανεφάρμοστες στην πράξη. Δεν τον αφορούν τα συνθήματα αλλά το δια ταύτα. Δεν θα ασχοληθεί με βαθυστόχαστες αναλύσεις γενικές και αόριστες του πως φτάσαμε μέχρι εδώ, κάνοντας επίδειξη γνώσεων και ρητορικής δεινότητας. Δεν θα καταγγείλει τους πάντες και τα πάντα με στόμφο από τα μπαλκόνια, αλλά με παρησσία, σαφήνεια και τεκμηριωμένα, θα διατυπώσει την πρότασή του έστω και αν γνωρίζει ότι οι πολλοί θα δυσανασχετήσουν. Άλλωστε δεν έχει στόχο να αρέσει αλλά να ωφελήσει. Είναι σοβαρός, αυτάρκης, άνθρωπος με αυτοεκτίμηση και τίποτα δεν του προσθέτει ο έπαινος των πολλών. Δεν επιδιώκει γι αυτό δόξα και υλικό πλούτο αφού γνωρίζει καλά ότι δέν είναι αυτά που θα του προσφέρουν ασφάλεια και ευδαιμονία, αλλά η φιλία των ανθρώπων.

Ζώντας κανείς ελεύθερα – λέει ο Δάσκαλος – δέν μπορεί να αποκτήσει μεγάλη περιουσία, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο χωρίς δουλικότητα προς τον όχλο η την εξουσία. Μπορεί ωστόσο να έχει όλα τα απαραίτητα σε διαρκή αφθονία. Κι άν τύχει να αποκτήσει μεγάλη περιουσία, εύκολα θα την μοιράζει κατα πως πρέπει, κερδίζοντας την εύνοια των συνανθρώπων του.

Άλλωστε η προσπάθεια απόκτησης και διατήρησης υλικού πλούτου είναι συνυφασμένα με άγχος και ψυχική ταραχή που μόνο σε δυστυχία μπορεί να οδηγήσει ενώ θα προκαλέσει τον φθόνο των συμπολιτών του.

Η αυτάρκειά του τον οχυρώνει από τους πειρασμούς της εξουσίας και τον κρατά μακριά απο ανομολόγητες συναλλαγές, χρηματισμούς και πλεκτάνες διαφυλάττοντας έτσι την ελευθερία της βούλησής του. Ο ίδιος αισθάνεται μεγαλύτερη ηδονή στο να προσφέρει παρά να ωφελείται.

Ο Επικούρειος είναι ένας βαθιά δημοκρατικός άνθρωπος. Δεν διακρίνει τους συμπολίτες του ανάλογα με την κοινωνική θέση το φύλο η την περιουσία τους γι αυτό τους αντιμετωπίζει όλους σαν φίλους με τα ίδια μέτρα και σταθμά και πάνω από όλα με δικαιοσύνη ώστε κανείς να μην βλάπτεται αλλά να ωφελείται από την κοινωνική συμβίωση. Επιδιώκει την ατομική του ευδαιμονία μέσω της ευδαιμονίας του συνόλου.

Δεν επιβάλλει την γνώμη του ούτε εμφανίζεται σαν ο θεματοφύλακας της Απόλυτης Αλήθειας θεωρώντας τον εαυτό του σοφώτερο των άλλων, αλλά με πραότητα, σαφή, λιτό και τεκμηριωμένο λόγο παραθέτει τα επιχειρήματα του προσπαθώντας να πείσει τους συνομιλητές του, ενώ με προσοχή και σοβαρότητα ακούει και ζυγίζει τα επιχειρήματα των άλλων. Την διαφωνία του θα την εκφράσει χωρίς ειρωνικά σχόλια και άχρηστα προσβλητικά υπονούμενα προς τους συνομηλιτές του, που δημιουργούν ένταση και αποπροσανατολίζουν απο την συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης. Όταν του τίθεται συγκεκριμμένο ερώτημα δίνει - εάν γνωρίζει - συγκεκριμμένη απάντηση η παραδέχεται με παρησσία οτι δέν γνωριζει. Οι νεφελώδεις και αόριστες απαντήσεις, οι διαλεκτικές ακροβασίες, τα σοφίσματα και ο ανόητος διλληματικός λόγος, δεν χαρακτηρίζουν τους Επικούρειους.

Την πολιτική του πράξη την στηρίζει στην φρόνηση και τον ορθό λόγο γνωρίζοντας ότι είναι προτιμότερο να αποτύχεις σε κάτι βασιζόμενος στην φρόνηση, παρά να πετύχεις βασιζόμενος στην τύχη.

Και την καλοπροαίρετη κριτική θα δεχθεί αφού γνωρίζει οτι δεν είναι αλάθητος αλλά ούτε και ο σοφώτερος των ανθρώπων και οτι το καλό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται μόνο από τις καλές προθέσεις, αλλά και από την τύχη και την ικανότητα και διορατικότητά του να επιλέξει τις κατάλληλες στρατηγικές για την επίτευξη του στόχου, στρατηγικές που η αποτελεσματικότητά τους δέν είναι πάντα εμφανής εκ των προτέρων.

Ποιός θα είναι λοιπόν ο φαινότυπος ενός Επικούρειου πολιτικού; Άνθρωπος χαμηλών τόνων, γαλήνιος και σοβαρός, ορθολογιστής με σαφείς απόψεις και τεκμηριωμένο λόγο που ασχολείται με την ουσία των πραγμάτων επιδιώκοντας να είναι αποτελεσματικός και δίκαιος στην άσκηση της εξουσίας προς όφελος της ευδαιμονίας του συνόλου μέσω του οποίου επιδιώκει την προσωπική του ευδαιμονία. Δυσάρεστος συχνά στους πολλούς γιατι δέν χαιδεύει αυτιά, ούτε διαφθείρεται, ούτε υπολογίζει το περιβόητο « πολιτικό κόστος » δέν χαρίζεται σε κανένα και δεν οργίζεται με κανένα.

Η Επικούρεια λοιπόν φιλοσοφία δεν είναι ιδεολογία. Δεν διεκδικεί καμμιά απόλυτη αλήθεια, ούτε αποβλέπει να φτιάξει καμμιά ιδανική κοινωνία. Άλλωστε καμμιά ιδανική κοινωνία δεν μπορεί να προκύψει από ατελείς ανθρώπους σε μία ατελή ούτως η άλλως υλική πραγματικότητα. Αντιθέσεις και συγκρούσεις δεν πρόκειται να πάψουν να υπάρχουν, αφού αυτό επιτάσσει ο νόμος της εξέλιξης και η διαλεκτική της φύσης, στην οποία είναι ενταγμένη και η ανθρώπινη κοινωνία. Το ιδανικό, το τέλειο και το απόλυτο, βρίσκονται στον εγκέφαλο των ιδεαλιστών, όχι στον πραγματικό κόσμο. Αλλά ο Επίκουρος βρίσκεται στον σωστό δρόμο προσπαθώντας με εργαλείο την φιλοσοφία του να διατηρεί τον άνθρωπο όσο περισσότερο μπορεί σε ψυχική ισορροπία. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ένας πολύτιμος πολίτης όποια και να είναι η κοινωνική του θέση, όποιο και να είναι το κοινωνικό σύστημα που είναι ενταγμένος. « Η φιλοσοφία της φύσης δεν φτιάχνει ανθρώπους αλαζόνες ή φαφλατάδες ή άτομα που κάνουν επίδειξη αγοραίας παιδείας. Αλλά σοβαρούς και αυτάρκεις, περήφανους για την προσωπικότητά και τις αρετές τους και όχι για τα υπάρχοντά τους » ( Επικ. Προσφώνηση 45.) Και η ιστορία απέδειξε ότι κανένα κοινωνικό σύστημα όσο δίκαιο και αν είναι στην θεωρία, δεν είναι δυνατό να σταθεί με επάρκεια χωρίς ψυχικά ισορροπημένους πολίτες.


Δημήτρης Άλτας