Ηθική και ευζωία
ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΛΟΓΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ;
30.03.2017 Μουράτης Κοροσιάδης

ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΛΟΓΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ;

 

Στην παρούσα εισήγηση θα επιχειρηθεί να παρουσιαστεί ο μεταφυσικός λόγος, σε τρεις εκδοχές του. Στον θρησκευτικό, τον ιδεολογικό-κομματικό και στον επιστημονικό-τεχνολογικό. Αν και φαίνεται να έχουν διαφορετική μορφή, εντούτοις μοιράζονται έναν κοινό τρόπο συγκρότησης και παρόμοια λειτουργία μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση.Έχουν ως αφετηρία την πίστη του ανθρώπου σε ιερατεία θρησκευτικά, κομματικά, επιστημονικά και στον υποσχετικό λόγο που αυτά τα ιερατεία εκφράζουν. Έναν υποσχετικό λόγο που διαπερνά τις κοινωνίες και ρυθμίζει την πορεία τους.

Το κύριο μέρος της εισήγησης καταλαμβάνει η θρησκευτική εκδοχή του μεταφυσικού λόγου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι άλλες δύο εκδοχές, ειδικά στην εποχή μας, είναι λιγότερο διαβρωτικές.

Πίσω, λοιπόν,  από το αρχικό ερώτημα της παρούσας εισήγησης, για τη σχέση μεταφυσικής και δημοκρατίας,  υπάρχει μια σειρά ερωτημάτων και η όποια απάντηση στα ερωτήματα αυτά, μοιραία θα δώσει και την κατεύθυνση για την απάντηση του αρχικού ερωτήματος.

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς:

Μπορεί ο άνθρωπος και οι κοινωνίες που αυτός δημιουργεί, να βαδίσουν μέσα στην Ιστορία χωρίς τη θεϊκή βακτηρία, χωρίς τον θεόπνευστο λόγο;

Μπορεί ο άνθρωπος και οι κοινωνίες που αυτός δημιουργεί να ευδοκιμήσουν χωρίς την παρουσία του Θεού;

Μπορεί ο λόγος του Θεού να συμβαδίσει αρμονικά με τον λόγο του ανθρώπου ή, καθώς ο θεϊκός λόγος  είναι αιώνιος, αμετάβλητος και οριστικός, θα συγκρουστεί με τον ανθρώπινο, που είναι επίγειος, προσωρινός και εύθραυστος;

Και τι θα έπρεπε να κάνει ο άνθρωπος, να επιλέξει τον θεόπνευστο λόγο της αποκάλυψης ή τον επίπονο δρόμο της ανθρώπινης επινόησης και δημιουργίας;

Να προτιμήσει, δηλαδή, την ευθεία γραμμή της θεϊκής αλήθειας, εξοικονομώντας χρόνο, κόπο και απογοητεύσεις ή να επιλέξει τον δύσβατο δρόμο της περιπλάνησης μέσα στην Ιστορία;

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα συνδέονται με κάποιο τρόπο και με την έννοια της ευθύνης, της ελευθερίας και της λογοδοσίας; Και αν ναι, έναντι ποιού;

Η Ιστορία πορεύεται ερήμην του ανθρώπου, καθώς αυτός απλά την βιώνει ως θεατής, ταξιδεύοντας πάνω στο όχημα του χρόνου, χωρίς να την διαμορφώνει, γιατί το κέντρο της, η στόχευσή της και ο προσανατολισμός της είναι έξω από αυτόν και από τις ανάγκες του; Ή τα ανθρώπινα όντα δημιουργούν εκείνο το πολιτικό περιβάλλον, μέσα από το οποίο μπορούν να εκδηλώσουν αυτό που είναι, αλλά και αυτό που μπορούν να γίνουν, διαμέσου των λόγων και των πράξεών τους, δημιουργώντας την ιστορική χρονικότητα, καθώς δεν θα έχουν μόνο ιδιωτική ζωή αλλά και δημόσια παρουσία;

 

Μήπως σε αυτήν την εκδοχή, την πρώτη, ο άνθρωπος κοιτάζει προς έναν ουρανό, ο οποίος προς το παρόν δεν κατοικείται από το ανθρώπινο είδος παρά μόνο από τον Θεό και στου οποίου την Ιστορία ο άνθρωπος αποτελεί μια μικρή και ασήμαντη παραπομπή;

 

Και ακόμη, αν είμαστε παιδιά του Θεού και αυτός είναι ο Πατέρας μας, πότε θα έρθει η στιγμή της ενηλικίωσής μας, πότε θα πάψουμε να χρειαζόμαστε κηδεμόνα; Χιλιάδες χρόνια επίγειου βίου δεν ήταν αρκετά για να μεγαλώσουμε και να πετύχουμε την χειραφέτησή μας;

Και ένα τελευταίο ερώτημα. Μεταφυσικός είναι μόνο ο λόγος ο θρησκευτικός ή στη εποχή μας έχει πάρει τέτοια χαρακτηριστικά και ο ιδεολογικός λόγος, καθώς υποκατέστησε τον θρησκευτικό, όπου αυτός ατόνησε; Αντικατέστησε, δηλαδή, ο ιδεολογικός μυστικισμός τον θρησκευτικό.  

Και ο επιστημονικός λόγος, στη μετακαταναλωτική κοινωνία που ζούμε, δεν τείνει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της θρησκευτικής πίστης, καθώς εγγυάται την ευμάρεια, την ευημερία και τις απολαύσεις του δυτικού κόσμου, στις οποίες αυτός έχει αγκιστρωθεί;

Η ανεπιφύλακτη αποδοχή του δεν είναι ένα νέο είδος ανορθολογισμού, πάνω στο οποίο σπεύδουμε να στηρίξουμε όλες μας τις αβεβαιότητες; «Ο άνθρωπος πρέπει να ξυπνήσει για να αρχίσει να απορεί (και ίσως το ίδιο να συμβαίνει και με τους λαούς). Η επιστήμη είναι ένας τρόπος για να τόνε στείλεις ξανά για ύπνο», μας λέει ο Wittgenstein.

Ας ξεκινήσουμε με τον μεταφυσικό λόγο στη θρησκεία:

Καθώς ο φόβος του θανάτου διακατέχει τον άνθρωπο, ο μεταφυσικός λόγος κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός πυροδοτεί αυτόν το φόβο και αφετέρου τον απαλύνει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπονομεύει την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου, υπενθυμίζοντάς του την αδυναμία του. Μια αδυναμία που πηγάζει από την περατότητά του.

Η γνώση αυτής της περατότητας, η γνώση του επικείμενου και αναπόφευκτου θανάτου, το αναπόδραστο αυτής της ανθρώπινης μοίρας, ασφαλώς και δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο.

Αυτή η βεβαιότητα της αδυναμίας του, λειτουργεί τόσο εντροπικά, ώστε να επιτρέπει στον μεταφυσικό λόγο να έχει στη ζωή και στην συμπεριφορά του ρόλο, τόσο παρηγορητικό όσο και ρυθμιστικό.

Ξεκινώντας από την Ιστορία, βλέπουμε ότι αυτή αντιμετωπίζεται με τρόπο που υπερβαίνει τον άνθρωπο, καθώς αυτή κινείται και κατευθύνεται προς τα έσχατα, προς ένα τελικό σκοπό, ο οποίος δεν αφορά τον άνθρωπο, αφού αυτός δεν συμμετέχει στη διαμόρφωση αυτού του στόχου και ο οποίος ούτως ή άλλως θα πραγματοποιηθεί. Θα πραγματοποιηθεί άσχετα από την βούληση του ανθρώπου.

Η ακλόνητη βεβαιότητα είναι πάντα παρούσα στον θεϊκό λόγο, ο οποίος εκτείνεται εις τους αιώνας των αιώνων. Ο λόγος αυτός συγκρινόμενος με τον ανθρώπινο, προβάλλει πανίσχυρος και ανίκητος. Αντιμετωπίζεται μόνο με δέος. Όμως πέρα από την αδιάλειπτη ισχύ του, ο θεϊκός λόγος είναι ταυτόχρονα και τελεστικός. Όλη η δημιουργία πραγματοποιήθηκε με μόνον τον λόγο του Θεού.

  Ο τελικός σκοπός της Ιστορίας θα αναδείξει και θα υμνήσει την δόξα του Θεού, ως υπέρτατου δημιουργού και όχι την δόξα του ανθρώπου, ο οποίος παίζει το ρόλο ενός ανεπαρκούς ή αδύναμου κομπάρσου ή απλού παρατηρητή. Ακόμα και οι άγιοι είναι κάτοπτρα της αγιότητας του Θεού.

Τα έργα του ανθρώπου έχουν μικρή αξία έναντι της θείας δημιουργίας, τόσο μικρή που δεν αξίζει να μνημονεύονται. Άλλωστε είναι ετερόνομα, αφού προσδιορίζονται έξωθεν και εκεί απευθύνονται. Η λογοδοσία για τις πράξεις του είναι συνεχής. Δεν υπάρχει ο αγώνας των λόγων παρά μόνο ένας απολογητικός εσωτερικός μονόλογος έναντι των θείων γραφών και συμμόρφωση προς τις θείες εντολές.

Όμως ο ετερόνομος αυτός λόγος, στον οποίο ο άνθρωπος υπακούει, είναι ένας λόγος που φύεται μεν εντός του, αλλά όχι ως λόγος αυτοφυής. Είναι ένας λόγος εξωτερικός που εσωτερικεύεται. Ένας λόγος που, παρά τον δημόσιο χαρακτήρα του, είναι βαθιά ιδιωτικός και που, αφού διηθηθεί, μετατρέπεται πάλι σε δημόσιο λόγο για να κατευθύνει την δημόσια παρουσία και συμπεριφορά των ανθρώπων.

Η τοποθέτηση ορίων στην δράση του ανθρώπου επιβάλλεται έξωθεν με μια διαδικασία, όπου δεν υπάρχει η συμμετοχή ούτε η συναίνεσή του. Τα όρια τίθενται και είναι απαρασάλευτα και, καθώς στον θεικό λόγο δεν θα αλλάξει ούτε μια κεραία, ούτε ένα γιώτα, έτσι αιώνια και αμετάβλητη θα παραμείνει και η κοινωνία των ανθρώπων.

Η έννοια της αποκάλυψης στην Ιστορία αποτελεί παρέμβαση στην διαμόρφωσή της, καθώς όχι μόνο προβλέπει την πορεία της αλλά δείχνει την κατεύθυνση που αυτή οφείλει να ακολουθήσει. Με τον τρόπο αυτό τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα, καθώς επιβάλλεται ένας εντροπικός προσανατολισμός, ο οποίος βασίζεται στον φόβο της ποινής, της αιώνιας ποινής, σε περίπτωση παρεκτροπής.

Στο σημείο αυτό τίθεται το εξής ερώτημα: ο φόβος της ποινής, ο φόβος που προκύπτει από την αμαρτία στην οποία μπορεί να υποπέσει ο πιστός, η ενοχή ή η υπόσχεση της ανταμοιβής, είναι άραγε τόσο σημαντικά, τόσο δεσμευτικά στην σκέψη του ανθρώπου;

Ας δούμε τι επικρατούσε στην αρχαία ελληνική θρησκεία και στον λεγόμενο πολιτισμό της αιδούς και  της τιμής, σε σχέση με την σημερινή θρησκεία και τον πολιτισμό της ενοχής.

Η αποδέσμευση της αρχαϊκής σκέψης από την μεταθάνατον  υπόσχεση, οδήγησε μέσα σε μερικούς αιώνες την αθηναϊκή δημοκρατία, την τέχνη και τον λόγο σε επίπεδα ανυπέρβλητα. Ανάλογη πορεία δεν υπήρξε σε χώρες της Εγγύς Ανατολής, όπου ο πολιτικός δεσποτισμός μαζί με την θρησκεία οδήγησαν σε μια μακρόσυρτη πορεία χωρίς βελτίωση, πρόοδο και πολιτική συμμετοχή. Αυτό συνέβη σύμφωνα με τον Finley γιατί η θρησκεία στην Ελλάδα και στη Ρώμη υπήρξε μια από τις «λειτουργίες της πολιτικής οργάνωσης, ενώ στην Εγγύς Ανατολή κυβέρνηση και πολιτική υπήρξαν λειτουργίες της θρησκευτικής οργάνωσης».

Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπάρχει ιερατείο με την έννοια που γνωρίζουμε σήμερα. Δεν υπάρχει δόγμα, ούτε πιστεύω. Δεν υπάρχει θεολογία διότι, για να υπάρχει θεολογία θα πρέπει να υπάρχει και ένα σώμα ειδικών που μελετούν τις γραφές.

Η θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών. «Πιστεύω» σημαίνει εδώ τελώ μια σειρά από πράξεις, συμμετέχω στις τελετουργίες. Όλα αυτά είναι ενσωματωμένα στην καθημερινή πρακτική, που είναι ατομική, οικογενειακή και ταυτόχρονα προκύπτει από τον τρόπο οργάνωσης του δήμου, της πόλεως. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις πραγματώνονται στις πρακτικές. Υπό αυτήν την έννοια μπορούμε να ονομάσουμε τη θρησκεία πολιτική θρησκεία.

Στη διαδικασία δημιουργίας της πόλεως, η θρησκεία αποτελεί μια από τις όψεις αυτού του σημαντικού φαινομένου. Σύμφωνα με τον Βερνάν αυτό σημαίνει ότι το θρησκευτικό όντας κοινωνικοπολιτικό, είναι πολύ περισσότερο μια μορφή κοινωνικού και συλλογικού βίου, παρά, πρωτίστως, μια μορφή προσωπικής εμπειρίας και προσωπικού δεσμού με την θεότητα.

Η προσδοκία, η ελπίδα, που είναι θεμελιακή θέση του μονοθεϊσμού, απουσιάζει παντελώς από την πρωταρχική ελληνική στάση, τουλάχιστον μέχρι τον 5ο αιώνα, πράγμα που φαίνεται στο μύθο της Πανδώρας. Όταν ξανακλείστηκε το αγγείο, από το οποίο ξεπήδησαν όλα τα γνωστά δεινά της ανθρωπότητας, η ελπίδα κλείστηκε μέσα σ’ αυτό. Αυτή είναι η ελληνική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής, πληθώρα κάθε λογής κακών και απουσία ελπίδας, η ελπίδα κλείστηκε σ’ ένα κουτί που κανείς πλέον δεν μπορεί να ανοίξει.

Η άποψή μου είναι, ότι αυτός είναι ο πυρήνας της φαντασιακής σύλληψης του κόσμου από τους αρχαίους Έλληνες και ακριβώς εκεί βρίσκεται το σημείο εκκίνησης για την απελευθέρωση της σκέψης και της πράξης. Μιας απελευθέρωσης που δεν συντελέστηκε  μόνο στο πεδίο του ατομικού αλλά κυρίως και πρωτίστως στο πεδίο του πολιτικού χώρου. Σύμφωνα με το Καστοριάδη, η έλλειψη υπερβατικής πηγής της σημασίας ή του νόμου ή του κανόνα, είναι που απελευθερώνουν της Έλληνες και τους επιτρέπουν να δημιουργήσουν θεσμούς μέσα στους οποίους νομοθετούν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Οι πολίτες είναι αρμόδιοι να απαντήσουν στα ερωτήματα χωρίς να ανατρέξουν σε κάποιο ιερό βιβλίο ή να ακούσουν κάποιο προφήτη, δεν υπάρχουν προφήτες.

Στην ομηρική θρησκεία, η ψυχή είναι είδωλο του σώματος. Σύμφωνα με τον Jean-Pier Vernant,  οι άνθρωποι δεν έχουν ψυχή αλλά γίνονται ψυχαί μόλις πεθάνουν, ανυπόστατες σκιές που διαθέτουν μια ύπαρξη αδύναμη στον Κάτω Κόσμο. Με την λέξη ψυχή ο Όμηρος εννοεί κυρίως την ψυχή του νεκρού, αναφέρει ο Β. Σνελ.  Η ψυχή έχει την ίδια εξωτερική εμφάνιση με το πρόσωπο που έχει πεθάνει, παρότι δεν διαθέτει πραγματική ύπαρξη, πράγμα που της επιτρέπει να τη συγκρίνουμε με σκιά ή όνειρο ή καπνό.

Η πλήρης ανατροπή αυτής της αντίληψης και των αξιών που είναι συνδεδεμένες με το σώμα και την ψυχή, εμφανίζεται με την κατάρρευση της αθηναϊκής δημοκρατίας ίσως και εξαιτίας αυτής. Με τον Πλάτωνα, αντί να είναι το άτομο στενά συνδεδεμένο με το σώμα του όσο ζει και η ψυχή να εμφανίζεται ως είδωλο του σώματος αυτού, όταν ο άνθρωπος πεθαίνει, τώρα η αθάνατη ψυχή είναι που αποτελεί, στο εσωτερικό του καθενός, κατά τη διάρκεια της ζωής του, την πραγματική ύπαρξη. Το ζωντανό σώμα αλλάζει επομένως υπόσταση, γίνεται με τη σειρά του απλώς ένα είδωλο, η απατηλή, ανυπόστατη, φευγαλέα και περαστική εικόνα εκείνου, που είμαστε στην πραγματικότητα για πάντα. Περνάμε έτσι από την ψυχή-είδωλο του σώματος, στο σώμα-αντανάκλαση της ψυχής.

Μέσω της αναμνήσεως θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε εκείνο με το οποίο συγγενεύει η ψυχή και το οποίο έχει ξεχαστεί λόγω της παρουσίας της μέσα στο σώμα και της βύθισής της στη ροή των αισθήσεων. Στον Φαίδωνα, ο Πλάτων ορίζει την φιλοσοφία ως μελέτη θανάτου, ως μια άσκηση που έχει ως στόχο να εξαγνίσει την ψυχή, ώστε να αποκοπεί από το σώμα και να διαφύγει.

Στην προοπτική αυτή η μελέτη θανάτου είναι στην πραγματικότητα μια άσκηση αθανασίας. Αποχωρισμένη από το σώμα, η ψυχή βγαίνει από τη ροή του χρόνου για να εξασφαλίσει μια σταθερή και  μόνιμη ύπαρξη, κοντά στους θεούς, όσο αυτό είναι δυνατό για τους ανθρώπους. Η ψυχή, που αποτελεί για τον καθένα μέσα μας τον «εαυτό» μας, έχει έναν χαρακτήρα «δαιμονικό», είναι ένα κομμάτι θεϊκό μέσα στον άνθρωπο.

Με την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι σ’ αυτόν τον επίγειο κόσμο, όπου τίποτε δεν είναι σταθερό, όπου όλα πρόκειται να χαθούν, η ψυχή αποτελεί σε κάθε ανθρώπινο ον την αντανάκλαση του ακίνητου, αθάνατου Όντος, το μισοσβησμένο ίχνος του, τη θολή εικόνα του.

Ο Πλάτων ζώντας την παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας, προσπαθεί να θέσει έναν φραγμό στις υπερβολές της και τα λάθη της. Και καθώς στην ανθρώπινη συμπεριφορά δεν υπάρχει όριο, ούτε μέτρο, αυτό θεσπίζεται κάθε φορά εσωτερικά, από τους πολίτες, αναζητά το απόλυτο μέτρο. Και αυτό είναι ο Θεός. Ο Πλάτων επινοεί λοιπόν μια θεοκρατική κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχουν πάθη και κατά συνέπεια δεν θα υπάρχει ύβρις. Η αλήθεια δεν πηγάζει από την ανθρώπινη δραστηριότητα, καθώς οι αποφάσεις της πόλης οδηγούν μόνο σε σφάλματα. Η πόλη στην οποία νομοθετούν οι άνθρωποι, δεν μπορεί να είναι μια δίκαιη πόλη.

Στα τέλη του 5ου αιώνα, με την κατάρρευση της αθηναϊκής δημοκρατίας και όλων όσα τη συνοδεύουν, παρατηρούμε την αναζωογόνηση των δοξασιών περί αθανασίας της ψυχής. Συναντάμε λοιπόν από τον 4ο αιώνα και μετά, επιτύμβιες επιγραφές που αναφέρονται σε μια άλλη ζωή, σε μια μετά θάνατον ανταμοιβή, στοιχεία που με κάποιες εξαιρέσεις δεν εμφανίζονται νωρίτερα. Για να το πούμε πιο εμφατικά, έπρεπε να καταρρεύσει η δημοκρατία για να κάνει την επανεμφάνισή της η θετική αθανασία της ψυχής.

Διότι είναι εμφανές πως αν ένας τέτοιος στόχος – η θεοποίηση- είναι επιτεύξιμος, αν είναι δυνατό να τεθεί και να ακολουθηθεί, τότε το ενδιαφέρον  για όσα συμβαίνουν εδώ κάτω, στην γη, εμφανίζεται ως εντελώς αμελητέο. Αν είναι πράγματι δυνατό το «αθανατίζειν», η εξομοίωση με το θεό, δεν μπορεί να δει κανείς τι ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκκλησία, η τραγωδία, η ανέγερση ναών.

Στο  «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος» του Πρωταγόρα, η απάντηση του Πλάτωνα στους Νόμους είναι «θεός ημίν μέτρον πάντων χρημάτων». «Εκφράζει την άποψη πως οι άνθρωποι είναι τόσο ακατάλληλοι να κυβερνούν τους εαυτούς τους όπως είναι ένα κοπάδι πρόβατα, πως ο θεός, όχι ο άνθρωπος, είναι το μέτρο των πραγμάτων, πως ο άνθρωπος είναι ιδιοκτησία (κτήμα) του θεού και πως αν θέλει να είναι ευτυχής, θα πρέπει να είναι ταπεινός μπροστά στο θεό, μια λέξη που σχεδόν όλοι οι ειδωλολάτρες συγγραφείς, και ο ίδιος ο Πλάτωνας σε άλλο μέρος, χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν κάτι περιφρονητικά».(Dodd’s). Θέτοντας το εξωκοινωνικό μέτρο της κοινωνίας, χαράζει το πρότυπο μιας πόλης, η οποία, δικαίως, χαρακτηρίστηκε θεοκρατική. Η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα αποτελεί ουσιαστικά απάντηση στην αποτυχία της δημοκρατίας, συνάγοντας από την αποτυχία αυτή το συμπέρασμα, ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν είναι δυνατό να αυτοκυβερνηθούν.

Η άποψή μου είναι ότι θρησκεία και θάνατος συνάπτονται με έναν ενδιαφέροντα τρόπο, του οποίου οι παρενέργειες εμφανίζονται και, εν πολλοίς καθορίζουν, την πολιτική οργάνωση. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη  η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα θα ήταν αδιανόητη σε μια Αθήνα που θα είχε παρατείνει για άλλον ένα αιώνα την ίδια λειτουργία της δημοκρατίας της, που είχε ως το 430.

Η αναγκαία και ικανή συνθήκη για να συγκροτήσει ο Πλάτων την πολιτική του φιλοσοφία, τον προσανατολισμό που ακολούθησε, είναι η αποτυχία της δημοκρατίας.

  

Στον Χριστιανισμό, το ερώτημα που προκύπτει είναι, το εάν είναι δυνατό στον άνθρωπο να εφαρμόσει, να υλοποιήσει ένα νόμο θεϊκό, καθώς επίσης και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής του της αδυναμίας. Τον καθιστούν, μήπως, αιώνια ένοχο για αυτήν του την αδυναμία και ανάξιο της ευεργεσίας του Θεού; Μήπως έτσι ο άνθρωπος αποδεικνύεται ανάξιος του κανόνα που δίνει νόημα στη ζωή του, ενός κανόνα που στην ουσία είναι ανεφάρμοστος και αυτό τον βυθίζει στον φόβο της αμαρτίας, στην αθλιότητα και στην ενοχή;

«Η αγάπη προς τον θεό λείπει από το αρχαιότερο ελληνικό λεξιλόγιο. Η λέξη φιλόθεος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη. Θα ήταν πολύ άτοπο, λέει ο Πλούταρχος στα Μεγάλα Ηθικά, να πει κάποιος πως αγαπά τον Δία». (Άτοπον γάρ αν είη ει τις φαίη φιλείν τον Δία).

Και ενώ ο άνθρωπος κατοικεί επί της γης, οι νόμοι που διέπουν τη κατοίκηση του, επιβάλλονται έξωθεν, από τις Ιερές Γραφές. Αρχιτέκτονας αυτής της επίγειας κατοικίας είναι ο Θεός, η διαμόρφωση και η οργάνωσή της είναι δική του αρμοδιότητα. Όμως το ενδιαφέρον του Θεού δεν σταματά εδώ. Δεν του αρκεί που έδωσε την κίνηση σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν τον αφήνει να προχωρήσει μόνος του. Θέλει να ελέγχει και να κατευθύνει την εξέλιξή του. Και καθώς η επίγεια δημιουργία είναι ατελής, αφού περιλαμβάνει τις ασθένειες, τον θάνατο, την ανθρώπινη αδυναμία γενικά,  προτείνει στον άνθρωπο μια πιο μόνιμη κατοικία, στην οποία θα κατοικεί αιώνια. Υπό την αίρεση ότι, η όποια αντίρρησή του στους νόμους που διέπουν την λειτουργία  της επίγειας κατοικίας του, θα τον καταστήσει αυτοδίκαια έκπτωτο από την μελλοντική, όπως μας νουθετεί και η παράδοση της πτώσης και της εκδίωξης του ανθρώπου.

Ένας παγκοσμιοποιημένος φόβος ωθεί προς την υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης της μελλοντικής αυτής κατοικίας. Και καθώς δεν γνωρίζουμε την διάρκεια της επίγειας δοκιμασίας, αυτήν την γνωρίζει μόνον ο μέγας εκμισθωτής, και, προκειμένου να κριθούμε άξιοι ένοικοι της μελλοντικής ζωής, σπεύδουμε να υπογράψουμε την ετεροβαρή αυτή σύμβαση και να τηρήσουμε τους όρους της.

Αυτό που προέχει, λοιπόν, είναι να είμαστε ευπρεπείς και συνεπείς μισθωτές εδώ, ώστε να μη βρεθούμε στην δύσκολη θέση να χαρακτηριστούμε εξωστέοι εκεί. Τηρούμε λοιπόν όλους της όρους της σύμβασης αυτής, καθώς ο μέγας εκμισθωτής μπορεί να κρίνει και να διακρίνει ό,τι συντελείται, λόγω ή έργω ή διανοία. Προέχει, λοιπόν, η αποφυγή της έξωσης, προέχει η ατομική σωτηρία.

Με τον τρόπο αυτό εισάγεται στο εσωτερικό ενός κόσμου ένα εξωτερικό μέτρο. Το μέτρο αυτό τηρείται όχι από επιλογή αλλά με επιβολή. Από φόβο. Είναι ένα εξωτερικό κίνητρο. Και η έννοια της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης, στη οποία γίνεται τόσο συχνά επίκληση, είναι σαφώς ψευδεπίγραφη, καθώς καμιά βούληση δεν είναι ελεύθερη, όταν στο βάθος του ορίζοντα, βλέπει τα μαύρα σύννεφα της θειικής οργής να πλησιάζουν απειλητικά. Η υποταγή  στη δύναμη είναι πράξη ανάγκης και όχι βούλησης, είναι ετερόνομη. Είναι πράξη φόβου.

Ο αιώνιος, αθάνατος και πανάγαθος Θεός χρειάζεται να εξευμενιστεί και αυτό μπορεί κανείς να το πετύχει με την υπακοή και την προσευχή. Και τα δύο συντελούνται και διαδραματίζονται στο εσωτερικό της ανθρώπινης διάνοιας, ιδιωτικά. Έχουν όμως συνέπειες δημόσιες, καθώς αφορούν την συγκρότηση, τη θέσμιση του δημόσιου βίου με όρους, όμως, επιβαλλόμενους.

 

Ο φόβος και η ενοχή της παρεκτροπής, της αμαρτίας, οδηγούν σε μια εξαρτημένη αντανακλαστική συμπεριφορά. Ο Νόμος του Θεού ισχύει για πάντα, δεν είναι διαπραγματεύσιμος και εποπτεύεται άριστα. Δεν είναι δηλαδή μόνο ένα είδος μπεχαβιορισμού που διεισδύει και εγκαθίσταται στην ανθρώπινη συμπεριφορά, που βασίζεται στην λειτουργία της ποινής και της αμοιβής, αλλά και η απόσυρση από τον κατεξοχήν ανθρώπινο χώρο δράσης και οργάνωσης, που είναι ο δημόσιος χώρος.

Οι έννοιες της ιδιώτευσης, της απόσυρσης, της παθητικής αποδοχής είναι ασύμβατες με την έννοια της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ο μεταφυσικός λόγος, λόγος καθολικός και μονοσήμαντος, δίνει οριστικές απαντήσεις πέρα από τόπο και χρόνο. Παραβλέπει την τεχνολογική εξέλιξη, τις επιστημονικές ανακαλύψεις, τις μεταβαλλόμενες ανάγκες. Εξορίζει ουσιαστικά την Ιστορία, καθώς δίνει τελικές απαντήσεις σε όλα. Οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν σε μια στιγμή της Ιστορίας, όμως ισχύουν μέχρι το τέλος της. Η προκρούστεια αυτή εκδοχή της ιστορίας ακρωτηριάζει και τον ίδιο τον άνθρωπο, όχι μόνο γιατί του αρνείται τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της, αλλά γιατί προσπαθεί να τον χειραγωγήσει, πείθοντάς τον ότι είναι ανίκανος να πορευθεί μόνος του, τονίζοντας τις αποτυχίες του και τα τρωτά του και υποτιμώντας τις επιτυχίες του. Καλλιεργεί την αδιαφορία του. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει έχοντας αδιάφορους πολίτες. Το ενδιαφέρον δημιουργείται από την συμμετοχή, από την δυνατότητα συνδιαμόρφωσης.

Στις φράσεις «οι έσχατοι έσονται πρώτοι» ή «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» ή «όλοι είμαστε τέκνα του Θεού, αλλά ίσοι είμαστε στον ουρανό, όχι εδώ», και, κυρίως, μέσα από την ειδική πράξη δημιουργίας του ανθρώπου, βλέπουμε την αντιστροφή της πραγματικότητας, την ανατροπή της. Κατασκευάζεται, λοιπόν, στους πιστούς η ψευδής αναπαράσταση του κόσμου και της αλήθειας του, κατασκευάζεται η ψευδής συνείδηση, η οποία εσωτερικεύεται και λειτουργεί. Εξάλλου, τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει, άραγε, η κοινωνική ανισότητα, όταν περιμένουμε το τέλος του κόσμου, την Δευτέρα Παρουσία και την αποκατάσταση της δικαιοσύνης;

Ο δημόσιος χώρος, στον οποίο γίνεται αναφορά, δεν εννοείται ασφαλώς ως γεωγραφικός χώρος, αν και περιλαμβάνεται και αυτός, αλλά ως δημιουργία του δημόσιου χώρου συμμετοχής, δράσης και θέσμισης της κοινωνίας με υλικά της επιλογής του ένοικου αυτού του κόσμου. Ο δημόσιος χώρος εννοείται και ως δημιουργία του δημόσιου χρόνου, του χρόνου της ανθρώπινης δημιουργίας, του χρόνου που αυτός δημιουργεί μέσα στα πλαίσια και όρια της δικής του θνητής ζωής και του τρόπου που αυτός επιλέγει να την διαμορφώσει. Έτσι η ανθρώπινη δημιουργία βγαίνει από την λήθη και την ανωνυμία. Ο δημόσιος χώρος και ο δημόσιος χρόνος συντήκονται και κατασκευάζουν την ανθρώπινη Ιστορία.

Το μεγάλο συμπαντικό ρολόι, που ο μέγας χρονομέτρης κατασκεύασε και φορά στο χέρι του, δεν αφορά  τον μικρό, επίγειο, προσωρινό και  εύθραυστο κάτοικο αυτής της γης. Αυτός οφείλει να ρυθμίσει το ρολόι του χρόνου του με βάση τα έργα των χειρών αυτού, ώστε να είναι δημιουργός του δικού του κόσμου.

Η έννοια, για παράδειγμα, της οριστικής θεϊκής απάντησης όλων των ανθρώπινων ερωτημάτων, συγκρούεται με την ανθρώπινη αντίληψη της διαρκούς επανεκτίμησης των γεγονότων και της αλλαγής πορείας, εφόσον χρειαστεί, της τροποποίησης των νόμων που θεσπίζει, όταν η ίδια αποφασίσει ότι δεν την εξυπηρετούν.

Αυτό όμως συμβαίνει μόνο μέσα από την ίση συμμετοχή στον δημόσιο χώρο και τον δημόσιο λόγο. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος αποκαθιστά τη δικαιοσύνη έναντι μιας τυφλής και άδικης φύσης, καθώς εφαρμόζει την ισότητα, που η φύση συχνά αρνείται, προικοδοτώντας τυφλά τους ανθρώπους.

Ας περάσουμε τώρα στις άλλες εκδοχές του μεταφυσικού λόγου, τον ιδεολογικό και τον επιστημονικό, που μαζί με τον θρησκευτικό «βλάπτουν κι’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο».

Με τον ίδιο τρόπο που ο θεϊκός νόμος πρέπει να γίνει αποδεκτός από του πιστούς, έτσι οφείλει να υπακούσει ο πολίτης στον νόμο του κόμματος. Με τον τρόπο αυτό εισάγεται μια νέα εσχατολογική αντίληψη, ένας νέος μεσσιανισμός, που οι νεοφώτιστοι πιστοί οφείλουν να υπερασπιστούν, πέφτοντας ακόμη και στην πυρά ή στον λάκκο των λεόντων.

Η εικόνα του Θεού αντικαταστάθηκε από την εικόνα του κομματικού Ιησού, ο λόγος του οποίου είναι το νέο θέσφατο.

 

Ο επιστημονικός λόγος, ως λόγος τελικός και αυτός, με την έννοια της πίστης σ’ αυτόν, ως  το μέσο επίλυσης των ζητημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο, τον άνθρωπο που δεν είναι ικανός να νοηματοδοτήσει την επίγεια παρουσία του, είναι και αυτός λόγος μεταφυσικός. Ο επιστημονικός λόγος καθώς συνάπτεται με την τεχνολογία και την καταναλωτική παραγωγή, εγγυάται την απρόσκοπτη απόλαυση των καταναλωτικών αγαθών, την δημιουργία νέων καταναλωτικών κήπων της Εδέμ.

Ο θρησκευτικός, ο ιδεολογικός και ο επιστημονικός λόγος δημιουργούν πιστούς με τον ίδιο μηχανισμό.

Επικαλούνται την αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει το μέγα σχέδιο και του ζητούν να το πιστέψει και να το ακολουθήσει. Όχι να το συνδιαμορφώσει. Το κοινό χαρακτηριστικό που διακρίνει και τις τρεις μορφές του μεταφυσικού αυτού λόγου, που κινείται προς εντροπικές κατευθύνσεις, είναι η πεποίθηση  που κατορθώνει να επιβάλλει, πως ο άνθρωπος δεν είναι ικανός μόνος του να νοηματοδοτήσει τον κόσμο ή να τον κατανοήσει. Ο άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στο μεγαλείο του Θεού, του κόμματος, της επιστήμης και υποτάσσεται.

Κοινωνώντας του σώματος και του αίματος του θρησκευτικού λόγου, κοινωνώντας του σώματος και του αίματος του ιδεολογικού λόγου, κοινωνώντας του σώματος και του αίματος του επιστημονικού λόγου, είναι ο ασφαλέστερος τρόπος  για να κατασκευαστούν έμφοβοι υπήκοοι.

Παρατηρούμε λοιπόν πώς στην πορεία της ιστορίας, αλλάζει ο μεταφυσικός λόγος, μόνο που κάτω από τα κάθε φορά καινούριο του ένδυμα, κρύβεται η ίδια αντιδημοκρατική μεθοδολογία του.

Από το στάδιο της καθαρότητας του θρησκευτικού λόγου, με τον γνωστό τρόπο αντιμετώπισης των διαφωνούντων αιρετικών, περάσαμε στο στάδιο της καθαρότητας του κομματικού λόγου, με γνωστό και πάλι τον τρόπο αντιμετώπισης των λεγόμενων αντιφρονούντων. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινο υλικό που πρέπει να ομογενοποιηθεί, να ελεγχθεί με βουκέντρες καθοδήγησης, ώστε να επιτευχθεί ο εντροπικός του εσταβλισμός, η εντροπική ομοιομορφία.

Η θρησκεία αποτέλεσε την πρώτη μορφή παγκοσμιοποίησης, οι μεγάλες ιδεολογίες τη δεύτερη. Και οι δύο όμως χρησιμοποίησαν την ίδια εντροπική διαδικασία, η οποία, έπειτα από μια περίοδο συγκρούσεων και αναταραχών, θα έφερνε την ενιαία σκέψη, την ομογενοποίηση, εν τέλει την αμνησία.

Το τρίτο στάδιο, μετά από αυτά της καθαρότητας του θρησκευτικού και κομματικού λόγου, αυτό που διάγουμε σήμερα, είναι το στάδιο του επιστημονικού/καταναλωτικού λόγου, με την έννοια όχι μόνο της πίστης στην επιστήμη, ως του τελικού σκοπού της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά κυρίως με την έννοια της απαίτησης για εγγύηση αλλά και συνέχιση των απολαύσεων, που η καταναλωτική κοινωνία προσφέρει. Στο στάδιο αυτό, η απαίτηση της καθαρότητας, που στα δύο προηγούμενα στάδια οδηγούσε στον θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, η απαίτηση αυτή, υφίσταται και τώρα.

Ο καταναλωτικός μεσσιανισμός και η καταναλωτική ατομική σωτηρία στρέφονται κατά του τρίτου κόσμου, η φτώχεια, η καταστροφή και η καταλήστευση του οποίου, είναι η εγγύηση που ζητούμε για την συνέχιση των δικών μας απολαύσεων.

Ο σημερινός καταναλωτικός μεταφυσικός λόγος, μας οδηγεί σε μια άλλη, το ίδιο όμως καταστροφική και ανήθικη, ιδιώτευση. Μια ιδιώτευση χωρίς δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Οι απολαύσεις είναι ιδιωτικές, είναι ιδιωτικά πάθη που αντικαθιστούν το πάθος για τα δημόσια πράγματα, για την δημόσια ζωή.

Στον θρησκευτικό μεταφυσικό λόγο, στόχος ήταν η παραμυθία, η ατομική σωτηρία, η αποφυγή της αιώνιας τιμωρίας. Στον ιδεολογικό μεταφυσικό λόγο στόχος ήταν η πίστη στα προγράμματα γενικής ευτυχίας και ο φόβος της τιμωρίας από την παρεκτροπή από την κομματική γραμμή. Τώρα είναι ο φόβος της απώλειας αυτών των απολαύσεων, που η καταναλωτική και μετακαταναλωτική δημοκρατία προσφέρει.

Η υποστήριξη όλων των πολέμων της τελευταίας πενηνταετίας από την κοινή γνώμη του δυτικού κόσμου, η αδιαφορία της για την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων των λαών του τρίτου κόσμου, η νεοαποικιοκρατία αλλά και η αδιαφορία του για την κατάρρευση του οικοσυστήματος, είναι δείγματα μιας δυτικής δημοκρατίας, που όλο και περισσότερο ιδιωτεύει, που επιχειρεί να επιβάλει την δική της μορφή ζωής, το δικό της πολιτισμικό παράδειγμα και ένα κοινό εντροπικό πεπρωμένο. Αυτή η δημοκρατία κλείνει τα μάτια της και προσεύχεται στους καινούργιους θεούς, παρακαλώντας τους να μη την τιμωρήσουν στερώντας της τις απολαύσεις και τα αγαθά. Και οι υπήκοοι αυτής της δημοκρατίας, από την μεριά τους, σε ένδειξη πίστης και αφοσίωσης, ως άλλοι άφρονες Αχαιοί, θα προβαίνουν σε ανθρωποθυσίες, προκειμένου να φυσά ούριος άνεμος για να πάνε στην Τροία, από την οποία λίγοι θα επιστρέψουν  και ακόμη λιγότεροι θα ευδοκιμήσουν.

Και οι τρεις εκδοχές του μεταφυσικού λόγου είναι το ίδιο αδιέξοδες. Ο Κ. Καβάφης θα μπορούσε να πει,

 

  Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί

  Να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.

  Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

 

Κλείνω την εισήγησή μου με τα λόγια του γερμανού εξπρεσιονιστή σκηνοθέτη Fritz Lang από την ταινία του Godard   Η  περιφρόνηση.

 

«Τελικά αυτό που θα πρέπει να μας ανησυχεί, δεν είναι η απουσία των θεών από τη ζωή μας αλλά η παρουσία τους».

............................................................................................................................

Μουράτης Κοροσιάδης