Απομεγέθυνση-Τοπικοποίηση
Προς μια νέα συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία με στήριγμα την επικούρεια φιλοσοφία
10.10.2014 Δημήτρης Λιαρμακόπουλος

Προς μια νέα συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία με στήριγμα την επικούρεια φιλοσοφία

Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΤΗΣ ΑΠΟΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 

Εισαγωγή
Α. Θεωρητική και βιωματική προσέγγιση της επικούρειας φιλοσοφίας

Η βαθειά μελέτη και ανάδειξη της επικούρειας φιλοσοφίας προκύπτει από την ανάγκη για αποκατάστασή της, επιβεβλημένη από τη σκόπιμη περιθωριοποίηση και στρέβλωσή της για μια χιλιετία τουλάχιστον. Τα λιγοστά πρωτότυπα κείμενα που έφτασαν ως εμάς είναι ταυτόχρονα αρκούντως ικανά να τη δομήσουμε στο σύνολό της, καθώς μας δόθηκε ακέραιος ο «κανόνας». Με τους παραπάνω όρους η θεωρητική προσέγγιση της επικούρειας φιλοσοφίας καθίσταται έργο ευχάριστο επομένως αμφίδρομα χρήσιμο και προς την κοινωνία και για τους μελετητές.

Από τα μισά του προηγούμενου αιώνα ως εδώ, οι μελέτες που έχουν εκδοθεί σ’ όλο τον κόσμο και στην ελληνική γλώσσα αποκατέστησαν τη βλάβη ώστε στον παρόντα 21ο (1) να αισιοδοξούμε πως πρόκειται για τον αιώνα του Επίκουρου.

Όμως η επικούρεια φιλοσοφία στο βαθμό που αναδεικνύει τον κατά φύση άνθρωπο είναι η κατ’ εξοχή βιωματική φιλοσοφία. Ο άνθρωπος απαλλαγμένος από φόβους και ματαιότητες, με γνώμονα τις αισθήσεις του, τα συναισθήματά του και την χρήση του λογικού του πορεύεται στη ζωή με μοναδικό, έμφυτο και ξεκάθαρο στόχο την ευζωία.

Στην ιδρυτική μπροσούρα του Κήπου της Θεσσαλονίκης αναφέρουμε ρητά την αναβίωση του επικούρειου Κήπου για πρώτη φορά μετά από 1600 χρόνια. Το Νοέμβριο του 2014 γιορτάσαμε τα 7α του γενέθλια. Το 2014 είναι και η χρονιά που επικεντρωνόμαστε στην βιωματική προσέγγιση της επικούρειας φιλοσοφίας, αξιολογώντας την επίδραση και τις αλλαγές που επέφερε στη ζωή του καθενός από εμάς ατομικά, έπειτα σε επίπεδο ομάδας του Κήπου αλλά και σε σχέση με την κοινωνία.

Εδώ είναι και το δυσκολότερο σημείο καθώς τα σωζόμενα κείμενα δεν περιλαμβάνουν ευθεία παρέμβαση στην κοινωνία, εκτός βεβαίως από την προσήλωση στη συμμετοχή των αρχαίων Κήπων στις γιορτές και τα δρώμενα των πόλεων ως άσκηση των δημοκρατικών τους αισθημάτων. Ιστορικά όμως γνωρίζουμε την μαθητεία του Αντίοχου Γ’ του Επιφανή και τη δράση του (2) υπό την επίδραση της επικούρειας φιλοσοφίας. Έμενε λοιπόν να συμβουλευτούμε τον κανόνα.

Τα τελευταία 200 χρόνια από τη φιλοσοφική διατύπωση του διαλεκτικού υλισμού κι έπειτα, η Δυτική σκέψη και κυρίως η δυτική κοινωνική ζωή κυριαρχείται από το οικονομικό είναι και γίγνεσθαι. Από τη βιομηχανική εποχή και εδώ είναι σε τέτοιο βαθμό αποδεκτή η άρρηκτη σύνδεση της ζωής μας με το οικονομικό περιβάλλον που βιώνουμε, που θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε το δικό μας «οικονομικώς ζην» με το «θρησκευτικώς ζην» των ανατολικών λαών. Αν απεχθανόμαστε το δεύτερο καλούμαστε να αναλογιστούμε για το πρώτο.

Στο 4ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Επικούρειας φιλοσοφίας ως Κήπος Θεσσαλονίκης ανακοινώσαμε πως το πρώτο βήμα για το άνοιγμα της επικούρειας φιλοσοφίας στην κοινωνία είναι η προσέγγιση των κινημάτων αλληλέγγυας οικονομίας (3) καθώς σ’ αυτά διακρίναμε την επικούρεια παρρησία και παρέγκλιση, το επικούρειο «δι’ αλλήλων σώζεσθαι» και την επικούρεια αυτονόμηση – απόδραση από τις ταραχές.

Η καλύτερη ευκαιρία μας δόθηκε, όταν μελετήσαμε το εξαιρετικό βιβλίο με τίτλο «Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης – τοπικοποίησης», (4) με τους συγγραφείς του οποίου, Γιάννη Μπίλλα και Γιώργο Κολέμπα, γνωριστήκαμε τον Μάιο στην εκδήλωση που οργανώσαμε για την παρουσίαση του βιβλίου τους.

Ξεχωρίσαμε τη συγκεκριμένη εργασία για τους παρακάτω λόγους:
Α. Το κίνημα της αποανάπτυξης (διεθνής όρος: degrowth) προσεγγίζει το πρόβλημα της κεφαλαιοκρατικής ακολουθίας ορθολογικά και οικολογικά, διατυπώνοντας παράλληλα την ανθρωποκεντρική ερμηνεία της έννοιας της προόδου.
Β. Η πρακτική της τοπικοποίησης αντιστρέφει την προϊούσα παγκοσμιοποίηση των αγορών, θέτει εύστοχα σε εφαρμογή την αποανάπτυξη και «στεγάζει» όλα τα υπαρκτά κινήματα της αλληλέγγυας οικονομίας, και
Γ. Η αναφορά σε ανθρωπολογικό τύπο εισάγει στη συζήτηση την φιλοσοφία.

Εμείς γνωρίζουμε τον επικούρειο ανθρωπολογικό τύπο και η νέα αλληλέγγυα οικονομία της αποανάπτυξης βρίσκεται σε αναζήτησή του. Αυτό σημαίνει, όπως με βεβαιότητα υποστηρίζουμε, πως η φιλοσοφία που παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο στο κίνημα της αποανάπτυξης είναι η επικούρεια. Η παρακάτω μικρή εργασία επιχειρεί να το επιβεβαιώσει.

Μαζί φιλοδοξούμε να προκαλέσουμε έναν γόνιμο διάλογο για τις προοπτικές του κινήματος της αποανάπτυξης αλλά και του συγγενούς με αυτό χώρου των συλλογικοτήτων και των κινημάτων αλληλέγγυας οικονομίας που στην πράξη αποτελούν βήματα εφαρμογής του.

Β. «Ο Ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης – τοπικοποίησης»

Να θυμηθούμε συνοπτικά τα σημαντικότερα σημεία του βιβλίου «Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης – τοπικοποίησης».

Η αποανάπτυξη είναι οικονομικός όρος και αναφέρεται στην αδιέξοδη αέναη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας στη βάση της λογικής του πεπερασμένου πλανήτη: Πώς γίνεται να μιλάμε για διαρκή ποσοτική ανάπτυξη – μεγέθυνση (growth) της παγκόσμιας οικονομίας εφόσον αυτή βασίζεται στους πόρους ενός συγκεκριμένου πλανήτη που κάποτε θα εξαντληθούν. Γι αυτό οφείλουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη λογική.

Το ζήτημα είναι και ηθικής φύσης αλλά και πρακτικό. Από την πρώτη σκοπιά οφείλουμε να σκεφτούμε και τα παιδιά μας. Διότι σύμφωνα με στοιχεία διεθνών ερευνών, σήμερα για να καλύψουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια χρησιμοποιούμε το 130% των δυνατοτήτων του πλανήτη. Το χορό σέρνουν οι αναπτυγμένες οικονομίες που σε λίγα χρόνια θα χρειάζονται τους πόρους δύο πλανητών να υποστηρίζουν την ευμάρεια που έχει επιτευχθεί.

Από την άλλη οποιαδήποτε κοινωνία βασίζει την επιβίωσή της σε υλικούς και οικονομικούς όρους που κάποια στιγμή αναπόδραστα θα εξαντληθούν είναι επόμενο πως θα καταρρεύσει.

Το βιβλίο εστιάζει και στις σύγχρονες πολιτικές διεύρυνσης της οικονομίας δηλαδή στην παγκοσμιοποίησή της και προτείνει το αντίθετό του, την τοπικοποίηση. Δηλαδή τον περιορισμό του οικονομικού εύρους συναλλαγών σε μικροκοινωνίες που εκμεταλλεύονται και διαχειρίζονται τους αναγκαίους πόρους σε τοπικό επίπεδο με γνώμονα την συντήρησή τους για την αειφορία. Η τοπικοποίηση έτσι, ως προοπτική, παραλλάσσει το γνωστό «πράσινο» νεολογισμό της αειφόρου ανάπτυξης σε «αειφόρο από-ανάπτυξη».

Η αποανάπτυξη και η τοπικοποίηση λοιπόν είναι έννοιες ασύμβατες με όλες τις προτεραιότητες των εξουσιαστικών ελίτ και του καπιταλιστικού συστήματος. Του οποίου η ευελιξία μπορεί να ξεγελά την ντετερμινιστική ακολουθία που του ορίζουν οι μαρξιστές, την δυνατότητα κατάληξής του δηλαδή στον κομμουνισμό, αναπτύσσοντας μια οικονομία του αέρα, μα επιταχύνει την ακολουθία της οικολογικής καταστροφής έχοντας ήδη «διαστρέψει» τον ίδιο τον άνθρωπο, καθιστώντας τον μια μηχανή κατανάλωσης.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα – συμβολή του βιβλίου στην προσέγγιση του εγχειρήματος βρίσκεται στην πρακτική της τοπικοποίησης (βλ. τον παραλληλισμό με τα κινήματα αλληλέγγυας οικονομίας), σαν εμφατικό συμπλήρωμα που επικυρώνει την αποανάπτυξη, αλλά και στην αναζήτηση του ανθρωπολογικού τύπου, ως αναγνώριση πως κάπου εδώ χρειαζόμαστε τη φιλοσοφία.

Οι συγγραφείς αναφέρονται με μελανά χρώματα στον ανθρωπολογικό τύπο που γαλουχείται μέσα στη σημερινή κοινωνία της κατανάλωσης, που είναι ανίκανος να στηρίξει τις αλλαγές της αποανάπτυξης, και κύρια αναζητούν τον ανθρωπολογικό τύπο, την «κρίσιμη ομάδα» που θα ηγηθεί για να την προωθήσει.

Άλλωστε η ιστορία του ανθρώπου, όσο κι αν επιμένουν οι μονόπλευρα τοποθετούμενες διαλεκτικές αναλύσεις, ευτυχώς, δεν διαμορφώνεται ερήμην του.

Ο επικούρειος ανθρωπολογικός τύπος

Α1. Ο αλγόριθμος των επιθυμιών

Η αναζήτηση του ανθρωπολογικού τύπου αποτελεί και το σημείο συνάντησης όλων αυτών με την επικούρεια φιλοσοφία. Εκείνο για το οποίο κραυγάζει το κίνημα της αποανάπτυξης το βρίσκουμε έτοιμο, και νηφάλια διατυπωμένο στην επικούρεια κατάταξη (αλγόριθμο) των επιθυμιών.
Μας την παραθέτει ο Διογένης Λαέρτιος στο 10ο βιβλίο του Βίοι φιλοσόφων που είναι αφιερωμένο σε ό τι διέσωσε από την επικούρεια φιλοσοφία:

Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ (ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσικαὶ καὶ) οὐκ ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτε ἀναγκαῖαι͵ ἀλλὰ παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι. Κύρια Δόξα 29.

Ο ίδιος ο Διογένης προσθέτει δικές του επεξηγήσεις: «Φυσικές και αναγκαίες θεωρεί ο Επίκουρος αυτές που γιατρεύουν τον πόνο όπως το νερό τη δίψα, φυσικές αλλά μη αναγκαίες εκείνες που διαφοροποιούν την ηδονή μετά το ξεπέρασμα της έλλειψης, όπως τα πολυτελή φαγητά, ενώ ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες τις επιθυμίες για δόξες και τιμές» (5)

Στην επιστολή του Επίκουρου προς τον μαθητή του Μενοικέα διαβάζουμε:
Είναι ανάγκη να αναλογιζόμαστε ότι, από τις επιθυμίες, άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες (κεναί), και ότι, από τις φυσικές, άλλες είναι αναγκαίες και άλλες μόνο φυσικές. Και από τις αναγκαίες επιθυμίες, άλλες είναι αναγκαίες για την ευτυχία (προς ευδαιμονίαν), άλλες για να μην αισθάνεται ενοχλήσεις το σώμα (του σώματος αοχλησίαν) και άλλες για την επιβίωση (προς αυτό το ζην). (6)

Έχουμε λοιπόν 3 κατηγορίες επιθυμιών: Τις φυσικές και αναγκαίες, τις φυσικές μεν αλλά μη αναγκαίες και τις μάταιες.

Οι επιθυμίες που διακρίνονται και ορίζονται ως μάταιες, δεν σχηματίζονται από καμιά φυσική μας ανάγκη παρά μόνο από ματαιοδοξία (παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι). Τέτοια είναι για παράδειγμα η επιθυμία για δόξες και τιμές (ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις).

Η ηθική διδασκαλία του Επίκουρου, μας επιτρέπει να επεκτείνουμε τα παραδείγματα και να συμπεριλάβουμε στις μάταιες την επιθυμία για εξουσία, την επιθυμία για απόκτηση πλούτου, αφού δύσκολα θα αποφύγουμε τη δουλικότητα στις μάζες και στους δυνάστες (Κύρια Δόξα 67 και 81), και όλες εκείνες που έρχονται σε αντίθεση με την ηδονική κατάσταση της ευδαιμονίας, ως αταραξία της ψυχής.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη διάκριση των φυσικών επιθυμιών που δεν είναι αναγκαίες. Ο Διογένης Λαέρτιος που γνωρίζει και ασπάζεται την επικούρεια φιλοσοφία διακρίνει ως μη αναγκαίες τις επιθυμίες που απλά διαφοροποιούν την ηδονή ενώ έχουμε ξεπεράσει τον πόνο από την έλλειψη, και μας δίνει για παράδειγμα τα πολυτελή φαγητά (τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονὴν͵ μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸ ἄλγημα͵ ὡς πολυτελῆ σιτία).

Η διατροφή είναι φυσική ανάγκη, τα στοιχεία όμως που χρειαζόμαστε για να συντηρήσουμε και να χτίσουμε έναν υγιή οργανισμό, βρίσκονται και στις πιο λιτές τροφές. (7). Επομένως η επιθυμία για πολυτελή δίαιτα είναι περιττή, κι αν τύχει και βρεθούμε σε πολυτελές γεύμα ας σκεφτούμε πως πολύ πιο ευχάριστα απολαμβάνουν την πολυτέλεια αυτοί που ελάχιστα την έχουν ανάγκη.(8)

Στην ίδια λογική, φυσική και αναγκαία επιθυμία είναι η στέγαση, φυσική μα μη αναγκαία η στέγαση σε πολλούς ή μεγάλους χώρους, που θα χρησιμοποιηθούν σπάνια ή καθόλου και χρησιμεύουν περισσότερο προς επίδειξη. Φυσική και αναγκαία επιθυμία η ένδυση, μη αναγκαία όμως η άκριτη προσήλωση στις απαιτήσεις της μόδας. Φυσική και αναγκαία επιθυμία η αναψυχή, μη αναγκαίες όμως οι ολονύχτιες διασκεδάσεις για προβολή στις κοσμικές στήλες.

Ο Επίκουρος μας προτρέπει να ελέγχουμε τις επιθυμίες μας και να κρίνουμε αυστηρά απορρίπτοντας τις βλαβερές. (9) Μας παρέχει μάλιστα ένα μηχανισμό προληπτικού ελέγχου, η διασταλτική ερμηνεία του οποίου επιβεβαιώνει πως η επικούρεια φιλοσοφία θέλει τον άνθρωπο υπεύθυνο των πράξεών του. (10)

Προτάσσουμε την κατάταξη των επιθυμιών για δύο λόγους: Γιατί αναφέρεται στο κατ’ εξοχήν οικονομικό μέρος της ευζωίας του ανθρώπου και γιατί είναι αναγκαία για την επίτευξη της αυτάρκειας, με τον τρόπο που την πραγματεύεται η επικούρεια φιλοσοφία όπως θα δούμε παρακάτω. Πυρήνας της ηθικής του Επίκουρου είναι η ελευθερία της βούλησης, και ύψιστη αρετή η φρόνηση ως πρακτική σοφία. Στοιχεία ικανά να ασφαλίσουν την παρεγκλίνουσα δράση του ανθρώπου προς εκπλήρωση του σκοπού της ζωής του. Ο επικούρειος άνθρωπος επιβεβαιώνει τα προηγούμενα στη μέθοδο σκέψης που ακολουθεί, με την οποία θα ολοκληρώσουμε.

Όλα αυτά θα μας δώσουν το αναγκαίο φιλοσοφικό υπόβαθρο ικανό να στηρίξει τον φυσικό άνθρωπο, που απαλλαγμένος από βαρίδια, θα δομήσει την κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται για τα πολλά και περιττά αλλά για τα καλά και αναγκαία (αποανάπτυξη), που γνωρίζει από πού προκύπτει η ωφέλεια για τον ίδιο και τους γύρω του (τοπικοποίηση και αλληλέγγυα οικονομία) και αρνείται να του ορίζουν άλλοι τη ζωή του (αυτονόμηση).

Α2. Η οικονομία των φυσικών αναγκών

Εάν εστιάσουμε στις πρακτικές της σύγχρονης οικονομίας της αγοράς και της κατανάλωσης, στα πεδία δηλαδή άσκησης του φαντασιακού του καπιταλιστικού συστήματος, στο παγκόσμιο πλέγμα δεσμών με το οποίο το σύστημα έχει εγκλωβίσει τον σύγχρονο άνθρωπο και το περιγράψουμε ως ένα σύμπαν προβολής, ελέγχου και ικανοποίησης ανθρώπινων επιθυμιών, τότε η επικούρεια κατάταξή τους στέκεται απέναντι, αποτελεί ευθεία παρέγκλιση και το κλονίζει.

Ο επικούρειος αλγόριθμος, με τον τρόπο που διαχειρίζεται τις επιθυμίες, συνθέτει μια άλλη οικονομία, την οικονομία των φυσικών αναγκών, που έρχεται σε αντιπαράθεση και λαθοβιοί σε σχέση με τη σύγχρονη οικονομία της αγοράς.

Είναι μια οικονομία στα μέτρα του ανθρώπου, που δεν υπόσχεται τίποτε περισσότερο από τα φυσικά γι αυτό και δεν έχει ανάγκη από κεφάλαιο για να εκπληρώνει τις υποσχέσεις της. «Τα καλά και αναγκαία είναι ευπόριστα» μας λέει ο Επίκουρος. (11) Της αρκεί λίγη γη και λίγοι ομονοούντες φίλοι. Γη και άνθρωπος αντί για κεφάλαιο και εργαζόμενος.

Οι προεκτάσεις αυτής της συνθήκης μπορούν να μας οδηγήσουν σε άλλα μονοπάτια. Σβήνουν την αντιπαράθεση κεφαλαιοκράτη – εργάτη, αφού εκ των πραγμάτων καταργούν τις κυρίαρχες οικονομικές σχέσεις. Οι φυσικές επιθυμίες είναι σε φυσικό συλλογικό πλαίσιο αυτό-εκπληρούμενες. Επαναφέρουν τη σχέση παραγωγής κατανάλωσης σε επίπεδο ομάδας. Μας θέτουν μπροστά σε μια νέα προβληματική, απλούστερη από εκείνη της ανταγωνιστικής κοινωνίας και των μαρξιστικών αναλύσεων.

Ο Επίκουρος δεν έχει καμιά αμφιβολία: Όταν διακυβεύεται για τον άνθρωπο το «μη πεινάν, μη διψείν, μη ριγούν», τα οικονομικά συστήματα πάνε περίπατο. Και οι επικούρειοι δήλωναν με παρρησία πως κι η ίδια η περισπούδαστη σοφία με αδειανό στομάχι, το λιγότερο, εμφανίζει διαταραχές. (12)
Ο κορμός της επικούρειας φιλοσοφίας απαντά νηφάλια στο αντεπιχείρημα περί της πολυπλοκότητας των αναγκών του σημερινού ανθρώπου. Η ηθική της σε συνάφεια με την μέθοδο σκέψης (κανόνας) και τη γνώση της φύσης των πραγμάτων αναδεικνύει τη φρόνηση ως πρακτική σοφία, και τον άνθρωπο ως πρόσωπο σε πλήρη αυτοσυνειδησία.

Β. Ο σκοπός της ζωής

Ευδαιμονία = Ελευθερία – Ηδονή – Φρόνηση – Αυτάρκεια – Ελευθερία

Η ταξινόμηση των επιθυμιών δεν αποσκοπεί σε στείρα ηθικολογία αλλά στο πρακτικό αποτέλεσμα, να ζήσουμε καλύτερα. Με αυτό που λέμε συχνά: να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, αυτό εννοούμε. Αποτελεί στην ουσία ένα εργαλείο επίτευξης της αταραξίας. Ο Επίκουρος, όπως είδαμε, λέει του Μενοικέα πως άλλες από τις φυσικές επιθυμίες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία άλλες για την αοχλησία του σώματος άλλες για την ίδια την επιβίωση.

Από πρώτη άποψη φαίνεται να ακολουθεί ανάποδη σειρά. Γιατί δεν υπάρχει ευδαιμονία, με το σώμα να βασανίζεται και με την επιβίωση υπό αμφιβολία. Ο Επίκουρος, όμως ακολουθεί αυτή τη σειρά γιατί έχει μπρος στα μάτια του το σκοπό της ζωής, το νόημα της ύπαρξης. Και το προτάσσει.

Ήδη από τότε πόσο μάλλον σήμερα οι βασικές βιοτικές ανάγκες καλύπτονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και το διακύβευμα βρισκόταν στο ποιοτικό (ηθικό) μέρος της ανθρώπινης δράσης. Δηλαδή, αφού στεκόμαστε στα πόδια μας τι κάνουμε από κει και πέρα, γιατί το κάνουμε και πώς το κάνουμε.

Έτσι η κατάταξη των επιθυμιών είναι για να υπηρετήσει το σκοπό της ζωής. Ζήτημα πέρα για πέρα πρακτικής αξίας. Στον οποίο σκοπό συμφωνεί ολόκληρη η ελληνική φιλοσοφία κυρίως τα ελληνιστικά χρόνια. Ευθυμίη και ευεστώ την είχε πει ο Δημόκριτος, να είμαστε καλά δηλαδή, ευτυχία οι σωκρατικές σχολές, καλοτυχία δηλαδή, ευδαιμονία ο Επίκουρος σε στενότερη σχέση με το ανθρώπινο συναίσθημα, με τις επιλογές του ίδιου του ατόμου, γι αυτό με μεγαλύτερη αξία.

Η ιδεαλιστική, όμως, φιλοσοφία δίνει μεγάλη σημασία στα μέσα που θα βασιστούμε για να ευτυχήσουμε. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Αφού η αφετηρία και η κατάληξη των πραγμάτων γι αυτήν βρίσκεται στο υπερβατικό, ανάλογα θα είναι και τα μέσα που θα προτείνει, όπως η προσέγγιση της θεότητας ή η εναρμόνιση με το όλο και η αποδοχή της πορείας των πραγμάτων, η άσκηση των αρετών προς μια ιδεατή τελειότητα και η προσήλωση στην επιτέλεση των καθηκόντων. Σήμερα μας φόρτωσε και με το κυνήγι του χρήματος αλλά και του επιούσιου.

Η επικούρεια φιλοσοφία δεν απομακρύνεται από τη φυσική οδό. Από ένστικτο, λέει, ο άνθρωπος έλκεται στην ηδονή και αποφεύγει τον πόνο. Κάθε πράξη ή αποφυγή γι αυτό γίνεται. (13) Αρκεί να επιτυγχάνουμε την ηδονική κατάσταση της ύπαρξής μας σε μια ισορροπία που ο Επίκουρος ονόμασε «καταστηματική ηδονή». Δεν χρειάζεται λοιπόν να ψάχνουμε για την ευδαιμονία ούτε στο υπερπέραν, ούτε στο επέκεινα, κι ό τι αφορά στις εξωτερικές συνθήκες είμαστε ικανοί να τις συνδιαμορφώνουμε. Η ευδαιμονία μας είναι στο χέρι μας, κι ο άνθρωπος από μόνος του είναι αρκετός.

Αυτή είναι η αρχική, αιτιοκρατική προσέγγιση. Η επικούρεια φιλοσοφία στο ηθικό της μέρος, αφού προκρίνει την ελεύθερη βούληση ως το ενυπάρχον δυναμικό στοιχείο στον άνθρωπο, ορίζει τη φρόνηση ως ύψιστη αρετή ανώτερη κι από την ίδια τη φιλοσοφία, (14) γιατί είναι από μόνη της σοφία στην πράξη. Μ’ αυτό η επικούρεια φιλοσοφία από θεωρητική αναδεικνύεται στην κατ’ εξοχήν βιωματική φιλοσοφία της ευζωίας.

Η φρόνηση μας οδηγεί στην ωραία, ισορροπημένη και γλυκιά ζωή. (15) Γιατί είναι αυτή που θα ελέγξει τις ηδονές, καθώς υπάρχουν ηδονές που καταλήγουν σε πόνο, είναι αυτή που θα προτιμήσει τον πόνο (κόπο), εφόσον διακρίνουμε ότι μακροπρόθεσμα θα μας οδηγήσει σε ηδονή και είναι αυτή που θα σφραγίσει την κατάταξη των επιθυμιών, για το ζητούμενο που όπως είπαμε είναι η ευδαιμονία.

Η τέτοια καταξίωση της φρόνησης από τον Επίκουρο είναι σε εφαρμογή του κανόνα, όπως λέμε τη μέθοδο σκέψης στην επικούρεια φιλοσοφία. Η ευδαιμονία για τον Επίκουρο συνίσταται στην ηδονική κατάσταση της απονίας του σώματος και της αταραξίας της ψυχής. (16)

Για να επανέλθουμε στο σήμερα. Ο σημερινός άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος σε μια αρένα ανταγωνισμού βασίζοντας την ευτυχία του κυρίως σε υλικά αγαθά που στο μεγαλύτερο ποσοστό δεν τα χρειάζεται πράγματι ή τα χρειάζεται εξ ανάγκης γιατί πείστηκε πως η ευτυχία του βρίσκεται στην υπηρεσία ενός πληθωρικού μοντέλου ζωής. Το υπηρετούμε αφού εκπαιδευτήκαμε σ’ αυτό από τα παιδικά - μαθητικά μας χρόνια, πολλάκις με τη συμβολή των γονιών μας ενταγμένοι οριστικά και σχεδόν αμετάκλητα με την επιλογή επαγγέλματος.

Προκύπτουν έτσι τα ερωτήματα: Η δομή του σημερινού μοντέλου ζωής έχει τίποτε από την επικούρεια φιλοσοφία; Και μήπως προέκυψε τυχαία σε αποσπασματική εφαρμογή των επιθυμιών κάποιων εξουσιαστικών ελίτ; Ή σωστή απάντηση είναι πως το σημερινό μοντέλο εφαρμόζει μεθόδους άλλων φιλοσοφιών. Που όμως δεν είναι του παρόντος να τις αναλύσουμε. Φτάνει να πούμε πως δεν έχει νόημα να διορθώνουμε απλώς με μπαλώματα τα λάθη, γιατί αν το φιλοσοφικό υπόβαθρο παραμένει το ίδιο τα ερωτήματα θα επανέρχονται εσαεί.

Τα κινήματα αλληλέγγυας οικονομίας, οι κάθε μορφής συλλογικότητες που συντονίζουν τη δράση τους προς την κοινή των ομονοούντων ωφέλεια, η κάθε μορφής αντίσταση στις ντετερμινιστικές ακολουθίες, η λογική της στροφής στην τοπικοποίηση και η ίδια η έννοια της απομεγέθυνσης στηρίζονται σε στοιχεία της επικούρειας φιλοσοφίας ακόμη και εν αγνοία τους.

Αν εμείς επιθυμούμε να το αναδείξουμε, δεν το κάνουμε από καθήκον, - η υπηρεσία του καθήκοντος ανήκει σε άλλες φιλοσοφίες - το κάνουμε για τη χαρά που απολαμβάνουμε με την επικούρεια φιλοσοφία, χαρά που στη μοιρασιά της πολλαίνει. Το κάνουμε και για να βοηθήσουμε αυτά τα κινήματα να σταθούν καλύτερα στα πόδια τους, να γνωρίσουν το φιλοσοφικό υπόβαθρο που τα στηρίζει, γιατί σ’ αυτά θα βασιστεί η βελτίωση της ζωής μας και η βελτίωση της κοινωνίας στην οποία θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας.

Γ. «Πλουσιώτατον αυτάρκεια πάντων».

Η επικούρεια φιλοσοφία όταν αναφέρεται στις ποσότητες προτιμά το λίγο. Το λίγο δε λείπει ποτέ, λέει ο Λουκρήτιος. Η ικανοποίηση, όπως είδαμε, των φυσικών και αναγκαίων γίνεται και με τα λίγα που είναι εύκολο να αποκτηθούν.

Αυτό όμως δε σημαίνει πως μας προτρέπει σε άκριτη λιτότητα. Η λιτότητα έχει τα όριά της, μας λέει. (17)
Αποδοκιμάζεται ευθέως η στάση των κυνικών καθώς είναι παράλογο να επιλέγουμε μια στάση ζωής που μας βλάπτει. (18)

Έτσι το λίγο εξετάζεται σε αντιδιαστολή με το πολύ. Σ’ όποιον δεν επαρκούν τα λίγα δε του φτάνουν ούτε τα πολλά. Που σημαίνει πως πράγματι φτωχός δεν είναι εκείνος που έχει λίγα, αλλά εκείνος που επιθυμεί διαρκώς περισσότερα, που δε βάζει οροφή στις επιθυμίες του. (19)

Ο Επίκουρος συμβουλεύει πως αν θέλουμε να κάνουμε κάποιον πλουσιότερο να μη του δίνουμε περισσότερα χρήματα αλλά να του αφαιρούμε επιθυμίες. (20) Δηλαδή να του διδάξουμε τον αλγόριθμο των επιθυμιών.

Με αυτό ο έλεγχος των επιθυμιών συνδέεται με τον πλούτο και την αυτάρκεια.
Γράφει στο Μενοικέα πως η αυτάρκεια είναι μεγάλο αγαθό, όχι για να περιορίζεται κανείς σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκείται σ’ αυτά όταν λείπουν τα πολλά. (21) Η αυτάρκεια αποτελεί μέγεθος ποιοτικό κι όχι ποσοτικό. Αυτάρκεια θα πει να βασίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις για να μην εξαρτιέσαι από τους άλλους. Το μέγιστο κέρδος της αυτάρκειας λοιπόν είναι η ελευθερία. (22) Θα προσθέταμε αβίαστα και την ευδαιμονία. Ευδαίμον το ελεύθερον.

Έτσι η επικούρεια φιλοσοφία κλείνει το τετράγωνο της ηθικής της με κορυφές την ελευθερία, την ηδονή, τη φρόνηση και την αυτάρκεια που οδηγεί πάλι στην ελευθερία. Η κύκλωση του τετραγώνου γίνεται με τον κανόνα που θα εξετάσουμε στο τέλος.

Ζώντας ελεύθερα δε γίνεται ν’ αποκτήσουμε μεγάλη περιουσία, πράγμα που συνήθως περνά από το κανάκεμα του πλήθους ή τον προσεταιρισμό της εξουσίας. Όμως όντας ελεύθεροι θα έχουμε όλα τα καλά σε αφθονία. Κι αν τύχει και είμαστε πλούσιοι εύκολα θα βρούμε τον τρόπο να αποκτήσουμε την καλή γνώμη («εύνοια», στο αρχαίο κείμενο) των κοντινών μας ανθρώπων («πλησίον» στο αρχαίο κείμενο). (23) Οι λέξεις δεν είναι τυχαίες. Συνεπείς προς την ανθρώπινη φύση: Βάση της ύπαρξης είναι η ωφέλεια, - εδώ προσμετρείται και το καλό συναίσθημα - και μέγιστη ωφέλεια, αφού επιστρέφει σ’ εμάς, η ωφέλεια προς τους φίλους και τους δικούς μας ανθρώπους.

Η επικούρεια φιλοσοφία από τον ιδρυτή της μέχρι τους επόμενους σχολάρχες στους 6 – 7 αιώνες που έμεινε ζωντανή, έκρινε τον πλούτο σε άμεση σχέση με τον κτήτορα και ως προς τις μεθοδεύσεις απόκτησης και ως προς τη χρήση. Ο πλούτος για τον πλούτο είναι ένα διαρκές βάσανο. Την αληθινή χαρά και αταραξία της ψυχής δεν την φέρνουν τα αμέτρητα πλούτη. (24) Κι επειδή πρόκειται για φιλοσοφία που μελετά τη φύση των πραγμάτων στρέφεται και αναδεικνύει τον φυσικό πλούτο που είναι και ορισμένος και ευκολοαπόκτητος. (25)

Επομένως η επικούρεια φιλοσοφία δεν απορρίπτει τον πλούτο αυτόν καθ’ αυτόν, αλλά τον παρά φύση πλούτο. Και αν κρίνουμε από το σθένος που προστατεύει την ελευθερία της βούλησης, προτάσσει ως αγαθό την αυτονόμηση. «Ευδαίμον το ελεύθερον». Έτσι κρίνει τον πλούτο στη βάση της εξουσιαστικής του πρακτικής και από την ετερονόμηση που επιβάλλει. Επομένως η αντίφαση πλούτου – φτώχειας που κατά κόρο υποστηρίζουμε σήμερα πως δημιουργεί και εντείνει τα κοινωνικά προβλήματα και διαταράσσει τη συνοχή, κατά την επικούρεια φιλοσοφία δεν βρίσκεται στο ότι υπάρχουν πλούσιοι, - τέτοιοι υπήρχαν πάντοτε - αλλά γιατί επιδιώκουν να κάνουν - και κάνουν - κουμάντο.

Αν το συνδέσουμε με τα σημερινά ο πλούτος παρέχει αυτάρκεια βεβαίως, παρέχει δύναμη βεβαίως, αλλά είναι μια ποιότητα που εξαρτάται από την ποσότητα. Μ’ αυτή τη λογική δεν απαλλάσσει από την ταραχή και την ανασφάλεια.

Εμείς όμως ζούμε σε μια ανταγωνιστική κοινωνία με άλλες προτεραιότητες. Για να ικανοποιείται η προοπτική του οικονομικού μοντέλου δημιουργούνται ταχυδακτυλουργικά εικονικές αξίες που αφήνουν περιθώρια στο νεοπλουτισμό να διευρύνεται. Για να μη διαταράσσεται η ισχύς του πλούτου, μας παρέχει απλόχερα ευκαιρίες να του μοιάσουμε. Φουσκώνει την πίττα και καλεί συνδαιτυμόνες. Την ξεφουσκώνει κατά παιγνιώδη ιδιοτελή βούληση κι όσοι – οι περισσότεροι, οι πολλοί – βρίσκονται στις άκριες, δεν έχουν από πού να κρατηθούν.

Οι συλλογικότητες της αλληλέγγυας οικονομίας μπορούν να πιαστούν από τα επικούρεια δόγματα. Δεν δημιουργήθηκαν για να επιδιώξουν πλούτο αλλά για να εξασφαλίσουν την αξιοπρεπή διαβίωση των μελών τους, παρεγκλίνοντας από τις λογικές του συστήματος λειτουργώντας στις «παρυφές» του. Κι αν από κάποια καλή πορεία των πραγμάτων υπάρξουν σημαντικά περισσεύματα, σύμφωνα με την επικούρεια φιλοσοφία, δεν θα τα διαμοιράσουν αδιακρίτως επιστρέφοντάς τα στην κοινωνία, - γιατί το είδαμε αυτό γραμμένο - αλλά πρώτα θα φροντίσουν το δικό τους αποθεματικό για τα δύσκολα, (βάση της ύπαρξης είναι η ωφέλεια), και μετά στοχευμένα θα συνδράμουν στη δημιουργία ομάδων ίδιας λογικής, ώστε με τις συνεργασίες, την τεχνογνωσία, τις ανταλλαγές να ευδοκιμούν για να παρέχουν το παράδειγμα στους πολλούς πως υπάρχει επιτυχώς κι ένα εναλλακτικό οικονομικό περιβάλλον που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ο Επίκουρος λέει: «Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης». Είσαι ελεύθερος να παρεγκλίνεις. Όμως αυτό στις κοινωνίες χρειάζεται να διδαχθεί και καλύτερα διδάσκεται με το παράδειγμα. Εδώ να επισημάνουμε τη διαπίστωση πως η παρέγκλιση των συλλογικοτήτων δεν επιτυγχάνει τα δέοντα μόνον απέναντι στο κυρίαρχο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αλλά και απέναντι στις το ίδιο ντετερμινιστικές εντολές του μαρξισμού. Δεν περίμεναν δηλαδή να κατακτήσει το έτερο οικονομικό σύστημα την εξουσία ώστε να «οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός». Ενεργούν ερήμην αυτής της λογικής. Κι ενώ οι περισσότεροι προέρχονται από το μαρξιστικό χώρο, - πολλοί έχουμε βουτήξει σ’ αυτή την κολυμβήθρα - τον προσπέρασαν επικουρείως.

Δ. Ο κανόνας ή στοιχειωτικόν – Μέθοδος σκέψης

Ο επικούρειος κανόνας ως μέθοδος εύρεσης της αλήθειας των πραγμάτων, δεν είναι μέθοδος καθ’ υπόδειξη, αλλά από ανάδειξη. Αποτελεί ευκρινή ανάγνωση του τρόπου που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον κόσμο γύρω του. Πώς σκέφτεται δηλαδή. Και διατυπώθηκε σε αντιδιαστολή με τον ιδεαλισμό. Εκεί που οι πλατωνικές σχολές αλλά και ο Δημόκριτος απέρριπταν την συνδρομή των αισθήσεων, εφόσον αυτές μας ξεγελούν, ο Επίκουρος επέμεινε. Οι αισθήσεις μας λένε πάντα την αλήθεια. (26) Αν σφάλλει κάποιος είναι ο νους. Ο οποίος πάλι στις αισθήσεις θα καταφύγει για να διορθώσει το σφάλμα. Αν δεν είχαμε τις αισθήσεις, τι θα είχαμε; (27)

Πρώτα λοιπόν βασιζόμαστε στις αισθήσεις μας (28), έπειτα στα συναισθήματα (πάθη) τα οποία ενεργούν σαν ένα φίλτρο που αναγνωρίζει όσα μας προκαλούν ευαρέσκεια ή δυσαρέσκεια κι έπειτα αναλαμβάνει ο νους με τις προλήψεις, δηλαδή την αποθήκη εντυπώσεων και γνώσης που διαθέτουμε για να κρίνουμε τα πράγματα, αν συμφωνούν με τα φαινόμενα, αν επιμαρτυρούνται από αυτά ή δεν αντιμαρτυρούνται. Έτσι αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος την πραγματικότητα.

Και για φαινόμενα που δεν προσεγγίζονται με τις αισθήσεις, όπως το θέμα της θεότητας, θα στηριχτούμε στη φαντασία, «φανταστικές επιβολές της διανοίας» την είπαν οι κατοπινοί επικούρειοι, όρος που πρόσφατα αποδόθηκε ως «διανοητική αντίληψη» που διαθέτει ο άνθρωπος ή το θέμα της σύστασης της ύλης για την οποία θα συμπεράνουμε κατ’ αναλογία: αν τα άτομα δεν υπήρχαν ο κόσμος θα διαλύονταν στο τίποτε, αφού υπάρχει κίνηση υπάρχει κενό, αφού υπάρχει ο κόσμος μπορεί να υπάρχουν και άλλοι κόσμοι σαν τον δικό μας, κοκ.

Η τέτοια μέθοδος σκέψης επικεντρώνεται στα δεδομένα της πραγματικότητας και στα κατοπινά χρόνια της νεωτερικής φιλοσοφίας την ακολούθησαν και την αξιοποίησαν οι υλιστές, οι εμπειριστές και οι υπαρξιστές φιλόσοφοι. Το βέβαιο είναι ότι πάνω της στηρίζεται η βεβαιότητα για τον μονισμό της φύσης του ανθρώπου, για την απρονόητη φύση των θεών, για τη φύση του θανάτου ως παύσης της ζωής και την υλική φύση της ψυχής, για την εδωκοσμική ζωή, για την ηδονή ως σκοπό της δράσης, αιτίες που η επικούρεια φιλοσοφία τέθηκε υπό διωγμό, επαρκείς αιτίες για αναβίωσή της αν θέλουμε να ζούμε ως άνθρωποι.

Ο Επίκουρος χρησιμοποιώντας τον κανόνα επαγωγικά, όπως έμεινε ο όρος από τον Αριστοτέλη, - «επιλογίζεσθαι» κατά τον Επίκουρο - έφτασε να εκφράσει απόψεις για την πραγματικότητα πολύ πιο μπροστά από την εποχή του, όπως η περίφημη παρέγκλιση των ατόμων που θαύμασε ο Μαρξ στην διδακτορική του διατριβή (29) και η απόρριψη από τότε της αριστοτέλειας λογικής του άσπρου μαύρου εκφράζοντας την άποψη πως ένα αποτέλεσμα μπορεί να προκύψει από διάφορες αιτίες και διαφορετικά αποτελέσματα μπορεί να προέρχονται από την ίδια αιτία. (30) (Πλειότιμος λογική, πλεοναχός τρόπος). Όλα αυτά επιβεβαιώνονται σήμερα στην κβαντική φυσική.

Ο τρόπος σκέψης είναι ένας δρόμος. Μέθ-οδος, λέμε. Η επικούρεια φιλοσοφία δίνει μεγάλη σημασία στη χρήση των λέξεων επιμένοντας στο αρχικό τους γνήσιο νόημα. Αν απορρίπτουμε τις αισθήσεις είμαστε αναγκασμένοι να ορίσουμε κάποια πρότυπα και να κατευθυνόμαστε προς αυτά φορές με τέτοια προσήλωση ώστε να παραβλέπουμε τα σημεία που ρίχνει μπροστά μας η ίδια η πραγματικότητα. Κι έτσι να βαδίζουμε στο κενό. Τέτοιους δρόμους βαδίζει ο ιδεαλισμός. Αρκεί να αναλογιστούμε με ποιες αταλάντευτες - a priori - ιδέες μας καλούν σε δράση οι διάφοροι –ισμοί. Επικουρισμός δεν υπάρχει. Υπάρχει επικούρεια φιλοσοφία που δεν παραπέμπει σε κάποιο σύστημα αλλά σε μια δεξαμενή ανθρώπινων αξιών προς άντληση του ευζήν.

 

Επίλογος

Και τίποτε να μη γνωρίζαμε από την επικούρεια φιλοσοφία, ακολουθώντας τη μέθοδο σκέψης αβίαστα φτάνουμε στα συμπεράσματά της. Πρώτο συμπέρασμα: Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από τη φύση του να φτιάξει τη ζωή του αρκεί να απαλλαγεί από τους φόβους και τις κενές δοξασίες. Δεύτερο: Έρχεται σε κοινωνία για να ωφελείται, με τη γνώση πως ωφελείται καλύτερα μέσα από την κοινή ωφέλεια. Επομένως δεν θα βλάψει τους άλλους και δεν θα ανεχτεί να βλάπτεται. (31) Γι αυτό δεν θα διστάσει να φτιάξει τη δική του μικροκοινωνία παρεγκλίνοντας, στη βάση της φιλίας και της αλληλεγγύης μέσα σ’ αυτήν, γιατί η ευζωία ως σκοπός της ζωής μας είναι αδιαπραγμάτευτη, αφού ζούμε μια φορά και δεύτερη δεν υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα. (32)

Αυτός είναι ο ανθρωπολογικός τύπος που αναζητούν οι συγγραφείς του προαναφερθέντος βιβλίου, για την αποανάπτυξη - τοπικοποίηση. Είναι ο επικούρειος κατά φύσιν άνθρωπος. Με τη μελέτη αυτού του ανθρωπολογικού τύπου οι συλλογικότητες και τα κινήματα αλληλέγγυας οικονομίας θα καθίστανται στέρεος τρόπος ζωής άσχετα με τα παιχνίδια των κρίσεων του συστήματος.

Ο επικούρειος δεν είναι άνθρωπος του μέτρου όμως είναι άνθρωπος των ορίων, τα οποία όρια καθορίζει η φρόνηση δηλαδή η πρακτική σοφία. Είναι άνθρωπος των ποιοτήτων κι όχι των ποσοτήτων, του σχετικού κι όχι των απόλυτων μηχανισμών. Ο άνθρωπος που με τη γνώση ξεπερνά μέχρι και τους αρχέγονους φόβους. Άνθρωπος ελεύθερος. Ο γνήσιος άνθρωπος.

…………………………………………………………………………………

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Προφητικός ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης της μελέτης του Eric Anderson, Ο Επίκουρος στον 21ο Αιώνα. Εκδόσεις «Θύραθεν», 2002

2. Ο Αντίοχος Δ’ Επιφανής ήταν ο Μακεδόνας βασιλιάς της Συρίας(175 – 164 προ νεωτέρας αρίθμησης), της δυναστείας των Σελευκιδών, που διδάχτηκε και έκλινε προς την επικούρεια φιλοσοφία και διακρίθηκε για τους απλούς τρόπους. Όταν μετά τη σύγκρουσή του με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου, πήρε στη δικαιοδοσία του την Παλαιστίνη, στηρίζοντας την προοδευτική μερίδα των Εβραίων που έκλιναν προς τον ελληνικό τρόπο (Σαδουκαίοι) έφτασε να παραβιάσει το άδυτο ιερό του ναού της Ιερουσαλήμ, και να εγκαταστήσει έξω από αυτόν Γυμναστήριο. Η αντίδραση που προκάλεσε στην Εβραϊκή συντήρηση, που επικράτησε τελικά στην εσωτερική διαμάχη, περιγράφεται στα βιβλία των Μακκαβαίων και συνδέεται με την ακραία αρνητική έννοια του ασεβούς που αποδίδουν στον Επίκουρο (επικορσίμ). Βλ. ιδίως Χαρ. Θεοδωρίδης, Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, σελ164επ.

3. Με τον όρο αυτό εννοούμε ενώσεις πολιτών με σκοπό την οικονομική τους αλληλοϋποστήριξη είτε στη διάθεση της παραγωγής (πωλήσεις χωρίς μεσάζοντες), είτε στην κατανάλωση (βίος coop στη Θεσσαλονίκη). Συναφούς αντίληψης είναι για παράδειγμα το «από κοινού» στα Τρίκαλα, το «κοινό της Κατερίνης», το εγχείρημα αυτοδιαχείρισης των απολυμένων της ΒΙΟΜΕ, οι «Εκδόσεις των Συναδέλφων» στην Αθήνα, το καφέ - βιβλιοπωλείο «Ακυβέρνητες Πολιτείες» στη Θεσσαλονίκη και πολλά άλλα.

4. Γιώργος Κολέμπας – Γιάννης Μπίλλας, «Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης – τοπικοποίησης», Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2η έκδοση, Αθήνα 2013

5. «φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας͵ ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονὴν͵ μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸν ἄλγημα͵ ὡς πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτε ἀναγκαίας͵ ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις».

6. «Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί͵ αἱ δὲ κεναί͵ καὶ τῶν φυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσι καὶ μόνον· τῶν δὲ ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν͵ αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν». Επιστολή στο Μενοικέα, 128

7. «λιτοὶ χυλοὶ ἴσην πολυτελεῖ διαίτῃ τὴν ἡδονὴν ἐπιφέρουσιν͵ ὅταν ἅπαν τὸ ἀλγοῦν κατ΄ ἔνδειαν ἐξαιρεθῇ» Επιστολή στο Μενοικέα, 131

8. «…ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι…» Επιστολή στο Μενοικέα, 131

9. «…τὰς ἀνάγκας ἐπιθυμίας ἐκπληροῦντες, τάς τε φυσικὰς ἂν μὴ βλάπτωσι, τὰς δὲ βλαβερὰς πικρῶς ἐλέγχοντες» (Κύρια Δόξα 21).

10. «Πρὸς πάσας τὰς ἐπιθυμίας προσακτέον τὸ ἐπερώτημα τοῦτο: τί μοι γενήσεται ἂν τελεσθῇ τὸ κατά ἐπιθυμίαν ἐπιζητούμενον; καί τι ἐὰν μὴ τελεσθῇ;». Επικούρου προσφώνιση 71

11. «…τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι͵ τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον…» Επιστολή στο Μενοικέα, 131

12. «Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή. Και τα σοφά και τα περιττά επί ταύτην έχει την αναφοράν». Αθήναιος XII

13. «Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν. ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν͵ καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς͵ καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῷ πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες». Επιστολή στο Μενοικέα, 129

14. «Τούτων δὲ πάντων ἀρχὴ καὶ τὸ μέγιστον ἀγαθὸν φρόνησις. διὸ καὶ φιλοσοφίας τιμιώτερον ὑπάρχει φρόνησις…» Επιστολή στο Μενοικέα, 132

15. «…οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως» Επιστολή στο Μενοικέα, 132

16. «…τούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν͵ ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. τούτου γὰρ χάριν πάντα πράττομεν…» Επιστολή στο Μενοικέα, 128

17. «Έστι και εν λιτότητι μεθόριος, ής ο ανεπιλόγιστος παραπλήσιόν τι πάσχει τώ δ’ αοριστίαν εκπίπτοντι» Επικούρου προσφώνησις, 63

18. Ο Μητρόδωρος στο "Περί Πλούτου" εκφράζει την έντονη διαφωνία του: Όχι, λέει, η ζωή αυτή δεν έχει αρμονία. Δεν είναι αρμονικά ρυθμισμένη. Μια αρμονική ζωή είναι αρμονική όταν δεν προεξοφλεί - δεν προδικάζει - δεν προκαθορίζει - να υποστούμε μια βλάβη στο μέλλον. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση (του κυνικού τρόπου ζωής), θα χρειαστεί κάποια στιγμή στο μέλλον να παρακαλέσουμε να νοικιάζουμε τον εαυτό μας, υπηρετώντας κάποιον κύριο (θητικός βίος) για να επιβιώσουμε. Η φιλοσοφία που μας προτείνει εμείς οι ίδιοι να κάνουμε την ζωή μας αβίωτη δεν είναι φιλοσοφία, είναι κούφια λόγια. ("Τον άρμενον περιέχειν, τούτο μόνον, και αθητικόν ορίζομεν, τούτο γαρ είναι και προς φιλοσοφίαν, το δε πλέον τούτου αν ήδη κενόν γέγραφθαι"). Φιλόδημος "Περί Οικονομίας", κεφ. 10.

19. «Ἡ πενία μετρουμένη τῷ τῆς φύσεως τελεῖ μέγας ἐστὶ πλοῦτος, πλοῦτος δὲ μὴ ὁριζόμενος μεγάλη ἐστὶ πενία». Προσφώνηση 25

20. «Ει βούλει πλούσιον Πυθοκλέα ποιήσαι μη χρημάτων προστίθει, της δε επιθυμίας αφαίρει» Επικούρου απόσπασμα 28, Επιστολή προς Ιδομενέα – Στοβαίου ανθολόγιο, 18.

21. «…την αυτάρκειαν δε μέγα αγαθόν νομίζομεν, οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα͵ ἀλλ΄ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά͵ τοῖς ὀλίγοις ἀρκώμεθα…» Επιστολή στο Μενοικέα, 130

22. «Τῆς αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐλευθερία». Προσφώνησις 77

23. «΄Ελεύθερος βίος οὔ δυναταὶ κτήσαθαι χρήματα πολλὰ διὰ τὸ πρᾶγμα μὴ ῥᾴδιον εἶναι χωρὶς θητείας ὄχλων ἤ δυναστῶν, ἀλλὰ συνέχει δαψιλείᾳ πάντα κέκτηται. ἂν δέ που και τύχη χρημάτων πολλῶν, και ταὐτὰ ῥᾳδίως ἂν εἰς τήν του πλησίον εὔνοιαν διαμετρήσαι.» Προσφώνησις 67

24. «Το ευδαίμον και μακάριον ου χρημάτων πλήθος ουδέ πραγμάτων όγκος ουδ’ αρχαί τινες έχουσιν ουδέ δυνάμεις, αλλ’ αλυπία και πραότης παθών και διάθεσις ψυχής το κατά φύσιν ορίζουσα». Επικούρου απόσπασμα 85

25. «Ὁ τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός ἐστιν͵ ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον ἐκπίπτει». Επιστολή στο Μενοικέα, 132

26. «πάσα γαρ αίσθησις άλογός εστι και μνήμης ουδεμιάς δεκτική (…) πας γαρ λόγος από των αισθήσεων ήρτηται» Διογένης Λαέρτιος, Επικούρου βίος 31

27. «Εἰ μαχῇ πάσαις ταῖς αἰσθήσεσιν͵ οὐχ ἕξεις οὐδ΄ ἃς ἂν φῇς αὐτῶν διεψεῦσθαι πρὸς τί ποιούμενος τὴν ἀγωγὴν κρίνῃς». Κύρια Δόξα, 23

28. Σήμερα μοιάζει εύκολο και απλό να υπερασπίζεται κανείς την αλήθεια των αισθήσεων καθώς αποδεδειγμένα γνωρίζουμε πως ο άνθρωπος διαθέτει ένα οπλοστάσιο 24άρων τουλάχιστο. Την περίοδο εκείνη οι εσωτερικές αισθήσεις δεν ήταν ευκρινείς. Γι αυτό το λόγο η εμπιστοσύνη του Επίκουρου σ’ αυτές τον τιμά πολύ περισσότερο. Ο αγώνας του για την υπεράσπιση του ανθρώπου και η εναντίωσή του στις μεταφυσικές δοξασίες και τη δεισιδαιμονία, τον δικαιώνει στη συνείδηση όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων.

29. Καρλ Μαρξ, «Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας», Διδακτορική διατριβή.

30. «…πάντα μὲν οὖν γίνεται ἀσείστως κᾆτα πάντων κᾆτα πλεοναχόν τρόπον ἐκκαθαιρομένων συμφώνως τοῖς φαινομένοις, ὅταν τις τὸ πιθανολογούμενον ὑπὲρ αὐτῶν δεόντως καταλίπῃ, ὅταν δέ τις τὸ μὲν ἀπολίπῃ, τὸ δὲ ἐκβαλῇ ὁμοίως σύμφωνον ὂν τῷ φαινομένῳ, δῆλον ὅτι καὶ ἐκ παντὸς ἐκπίπτει φυσιολογήματος, ἐπὶ δὲ τὸν μῦθον καταρρεῖ…» Επιστολή προς Πυθοκλή, 87

31. «Τὸ τῆς φύσεως δίκαιόν ἐστι σύμβολον τοῦ συμφέροντος εἰς τὸ μὴ βλάπτειν ἀλλήλους μηδὲ βλάπτεσθαι». Κύρια Δόξα, 31.

32. «Γεγόναμεν ἅπαξ, δὶς δὲ οὔκ ἐστι γένεσθαι• δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκετι εἶναι σὺ δὲ οὐκ ὧν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον• ὁ δὲ βίος μελλησμω παραπόλλυται καὶ εἰς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει». Επικούρου προσφώνησις 14


Δημήτρης Λιαρμακόπουλος