Ηθική και ευζωία
Ο ΤΖΩΝ ΜΕΥΝΑΡΝΤ ΚΕΥΝΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ
05.01.2017 Δημήτρης Άλτας

Ο ΤΖΩΝ ΜΕΥΝΑΡΝΤ ΚΕΥΝΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ

Πρόλογος : Ο Επικούρειος Κανόνας ως εργαλείο αξιολόγησης σύγχρονων προβλημάτων
     Η Επικούρεια Φιλοσοφία ήταν πάντοτε μία ζωντανή Φιλοσοφία και θα παραμείνει τέτοια, γεγονός που οφείλεται στην ύπαρξη του Κανόνα, ενός ευφυέστατου λογικού εργαλείου, που αποτελεί την βάση της και επιτρέπει την διαμόρφωση Επικούρειων θέσεων, για προβλήματα που ανακύπτουν σε κάθε εποχή και που δεν υφίσταντο την εποχή του Επίκουρου.
     Ο Κανόνας βασίζεται στην αντίληψη της πραγματικότητας μέσω των αισθήσεων και των συναισθημάτων της ηδονής και του πόνου.         Περιλαμβάνει  ακόμα την μέθοδο της αναλογίας, με την βοήθεια της οποίας μπορούμε να συμπεράνουμε για τα άδηλα σε σχέση με τα αντιληπτά, και την μέθοδο της επιμαρτύρησης και μη αμφισβήτησης και αμφισβήτησης και μη επιμαρτύρησης που βοηθά να διακρίνουμε το πραγματικό από την αυθαίρετη δοξασία.
     Ο Κανόνας θέτει τις βάσεις της επιστημονικής γνώσης και αποκλείει την ερμηνεία του κόσμου με μεταφυσικές δοξασίες και αναπόδεικτες θεωρίες.
     Σαν σύγχρονοι Επικούρειοι, μπορούμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τον Κανόνα για να διαμορφώσουμε θέσεις και απόψεις, πάνω σε σημερινά προβλήματα και στην συγκεκριμένη περίπτωση πάνω στην σημερινή οικονομική κατάσταση, τις επικρατούσες οικονομικές θεωρίες και τον καπιταλισμό γενικότερα.
     Μπορούμε ακόμα να θέσουμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα πρέπει να έχει μια οικονομική θεωρία ώστε να συμβαδίζει με την επικούρεια φιλοσοφία. Είναι σημαντικό η θεωρία αυτή να αντιμετωπίζει  τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και να τα επιλύει με τον δικαιότερο τρόπο, με σκοπό την διατήρηση της  κοινωνικής συνοχής, την απάλειψη του πόνου και την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας για κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι η οικονομία πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία και ότι σκοπός της είναι να εξασφαλίσει εκείνες τις στοιχειώδεις συνθήκες που θα επιτρέψουν  σε κάθε μέλος της να επιδιώξει την Ευδαιμονία.  Θα πρέπει ακόμα η θεωρία αυτή, να έχει εφαρμοστεί σε ένα βαθμό στην πράξη και να έχει δώσει αξιολογήσιμα αποτελέσματα, ώστε η κριτική μας να μην πάρει χαρακτήρα άγονης και ατελέσφορης ιδεολογικής αντιπαράθεσης.

Ιστορία του Καπιταλισμού
     Το καπιταλιστικό σύστημα οργάνωσης της οικονομίας, που επικρατεί σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα, δεν προέκυψε από την σκόπιμη εφαρμογή κάποιας ιδεολογίας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά αποτελεί φυσική κατάληξη της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας και οικονομίας στον Ευρωπαϊκό κυρίως χώρο σε χρονικό βάθος αιώνων όπως και ο ίδιος ο Μαρξ παραδέχεται.
     Οι Άνθρωποι επιδίωξαν την προσωπική τους ασφάλεια και επιβίωση, μέσω της δημιουργίας κοινωνιών, που στηρίχτηκαν στο κοινωνικό συμβόλαιο του μη βλάπτειν και μη βλάπτεσθαι αλλά και αμοιβαίως επωφελείσθαι. Η σχέσεις των μελών της κοινωνίας, καθορίζονται από ένα πλέγμα γραπτών και άγραφων νόμων που συνιστούν το δίκαιο.
     Σημαντική συμβολή στην παγίωση των κοινωνιών είχε η σταθερή εγκατάσταση σε μία περιοχή και η εγκατάλειψη της νομαδικής ζωής. Αιτία υπήρξε η αγροτική επανάσταση, η ανακάλυψη δηλαδή του τρόπου καλλιέργειας της γης, η μεγαλύτερη ανθρώπινη ανακάλυψη μετά την φωτιά, σε περιοχές που το κυνήγι, δεν μπορούσε πλέον να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες της ομάδας και η δυνατότητα που απέκτησε ο άνθρωπος να παράγει για πρώτη φορά τροφή, αντί να βασίζεται σε ότι του προμήθευε η φύση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία για πρώτη φορά πλεονασμάτων τροφής που μπορούσε να αποθηκευτεί υπό μορφή σπόρων.
    Η ανάγκη για καταγραφή των πλεονασμάτων οδήγησε στην απαρχή της γραφής και των μαθηματικών, των εννοιών του χρήματος και του χρέους, ενώ η ανάγκη για την κατασκευή  απαραίτητων υποδομών για την αύξηση της παραγωγής, την οργάνωσή της και την διαχείριση του πλεονάσματος, οδήγησε στην δημιουργία κρατικής εξουσίας  και διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων, με την δημιουργία εκτός της τάξης των ανθρώπων που δούλευαν στους αγρούς και παρήγαγαν το πλεόνασμα, και άλλων τάξεων όπως  τεχνιτών που παρήγαγαν τα απαραίτητα εργαλεία και όπλα, ηγετικής ομάδας, γραφειοκρατίας, στρατού, και φυσικά ιερατείου, που ζούσε από το πλεόνασμα χωρίς να συμβάλει άμεσα στην παραγωγή του.
    Το Ιερατείο ανέλαβε την νομιμοποίηση της εξουσίας της ηγετικής ομάδας μέσω της δημιουργίας μιας ιδεολογίας ή ακριβέστερα θεολογίας της οποίας εμφανίζονταν σαν εκφραστής και ερμηνευτής, ώστε να πείσει τους πολλούς ότι η εξουσία των λίγων κρατούντων απορρέει από μία ανώτερη δύναμη. Τα ιερατεία μέσω απόκρυφων και μυστικιστικών τελετουργιών εκμεταλλεύτηκαν έντεχνα τον φόβο του θεού και του θανάτου, για να χειραγωγήσουν τις παραγωγικές τάξεις και να καρπωθούν όχι μόνο το πλεόνασμα, αλλά και να σφετεριστούν την κοινοτική γη.    Αποτέλεσμα της άνισης κατανομής του πλεονάσματος, ήταν η υπερσυγκέντρωση εξουσίας και πλούτου σε μία ολιγαρχία και η γέννηση της φεουδαρχίας.
     Η φεουδαρχία αμφισβητήθηκε στις πόλεις των παραλίων της Ιωνίας τον 7ο αιώνα π.Χ. όπου η σημαντική ανάπτυξη του εμπορίου οδήγησε στην δημιουργία μιας ανερχόμενης, οικονομικά εύρωστης, δυναμικής  τάξης από ναυτικούς, εμπόρους, τεχνίτες, μικροκαλλιεργητές, αλλά και γαιοκτήμονες εφοπλιστές που απετέλεσαν μία πρώιμη αστική τάξη,  που σύντομα απαίτησε μερίδιο στην διακυβέρνηση των Ιωνικών πόλεων από τους αριστοκράτες και δημιούργησε τις συνθήκες για την γέννηση της Δημοκρατίας αλλά και της φυσικής Φιλοσοφίας και της σοφιστικής, που θέσανε τις βάσεις του πρώτου Ελληνικού Διαφωτισμού, η αποκορύφωσή του οποίου υπήρξε η Φιλοσοφία του Επίκουρου.
     Η φεουδαρχία όμως αμφισβητήθηκε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, μετά τoν 14ο αιώνα μ.Χ. και την διάνοιξη των μεγάλων εμπορικών δρόμων προς την ανατολή, την ανακάλυψη της Αμερικανικής Ηπείρου και την αποικιοκρατία που ακολούθησε και που οδήγησαν στην ανάγκη για μαζική παραγωγή εμπορευμάτων και την μετατροπή της οικονομίας από φεουδαρχική-αγροτική σε καπιταλιστική με την έναρξη της βιομηχανικής επανάστασης και την ανάδυση μίας δυναμικής αστικής τάξης, που διέθετε πλέον το κεφάλαιο και τα μέσα παραγωγής, απαραίτητα εργαλεία της νέας οικονομίας.
     Ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός απετέλεσε το ιδεολογικό προκάλυμμα της νέας αστικής τάξης, που προπαγάνδισε από την μια μεριά την κατάργηση των προνομίων της φεουδαρχίας, την ισότητα και την ελευθερία των ανθρώπων, την κατάργηση της δουλείας, την απαλλαγή από την μεταφυσική θολούρα και τις προκαταλήψεις αιώνων, αλλά από την άλλη απέκρυψε το γεγονός ότι  εκατομμύρια χωρικοί, πρώην δουλοπάροικοι, οδηγήθηκαν στην βίαια έξωση από την γη, που αυτοί και οι πρόγονοί τους ήταν δεμένοι επί αιώνες και καταδικάστηκαν σε πείνα και μεγαλύτερη ανέχεια και δυστυχία απ’ ότι επί φεουδαρχίας. Αν και αρκετοί από αυτούς βρήκαν απασχόληση σαν πληρώματα εμπορικών ή κουρσάρικων πλοίων, ή σε νέα επαγγέλματα που δημιουργήθηκαν από τις ανάγκες του αναπτυσσόμενου τομέα της Ναυσιπλοΐας στις μεγάλες πόλεις και ιδίως τα λιμάνια, οι περισσότεροι παρέμειναν στο περιθώριο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συμβάλλοντας στην μεγάλη εγκληματικότητα και φτώχεια της εποχής. Τελικά ένα ποσοστό από αυτούς απορροφήθηκε  από τα νεοϊδρυθέντα εργοστάσια των πόλεων, στις αρχές του 18ου αιώνα, όπου ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν ατέλειωτες ώρες σε απάνθρωπες  συνθήκες,  που με γλαφυρότητα περιγράφονται στις εκθέσεις του Villerme (1840) για την Γαλλία και του Ashley (1842) για την Μεγάλη Βρετανία, στην πραγματικότητα περισσότερο δούλοι από πριν. Στις προαναφερθείσες εκθέσεις περιγράφονται ακραία εκμετάλλευση παιδικής εργασίας και εργασίας γυναικών, στέγαση σε αποθήκες με ελεεινές συνθήκες υγιεινής, αλκοολισμός, πορνεία ακόμα και ανηλίκων, επιδημίες και υψηλή παιδική θνησιμότητα. Η εξαθλίωση μάλιστα των εργατών θεωρούνταν από τους οικονομολόγους της εποχής, μέρος της αρμονίας του συστήματος. 
            Με την επικράτηση του καπιταλισμού τα πάντα εμπορευματοποιήθηκαν και μαζί με αυτά οι τρείς βασικές προϋποθέσεις της παραγωγής: Η ανθρώπινη εργασία, τα μέσα παραγωγής και η γη. Η κοινωνία μετατράπηκε σε κοινωνία της αγοράς και το χρήμα αναδείχτηκε ο μόνος πραγματικός θεός.

Adam Smith
    Η αισιόδοξη άποψη για τον ανερχόμενο καπιταλισμό του 18ου αιώνα αποτυπώθηκε στο μνημειώδες έργο του διαφωτιστή οπαδού της ελεύθερης οικονομίας και θεμελιωτή της πολιτικής οικονομίας Adam Smith  « Μία έρευνα για την φύση και οι αιτίες του Πλούτου των Εθνών », όπου υποστηρίζει την πλήρη ελευθερία της αγοράς που κινείται βάσει του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, ρυθμίζοντας ιδανικά τις τιμές των προϊόντων προς όφελος των καταναλωτών και του κοινωνικού συνόλου. Ο Adam Smith μεταφέρει έτσι  στο πεδίο της Οικονομίας τον μηχανιστικό ντετερμινισμό του Newton και του Laplace που επικρατεί στην Φυσική επιστήμη της εποχής του. Οι ελεύθερες αγορές και το εμπόριο απαλλαγμένα από κάθε κρατική παρέμβαση και η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος στα πλαίσια του καπιταλισμού τελικά προωθεί ακούσια το συμφέρον της κοινωνίας, μέσω του κοινωνικού μηχανισμού που αποκάλεσε  «αόρατη χείρα». Το κράτος πρέπει να περιορίζεται στην φροντίδα της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, την απονομή της δικαιοσύνης και την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής, που δεν συμφέρει στον ιδιωτικό τομέα να κατασκευάσει.
     Ο Adam Smith υπήρξε συγχρόνως σημαντικός ηθικός Φιλόσοφος και στο βιβλίο του  «Θεωρεία των ηθικών συναισθημάτων» πρέσβευε ότι κριτήριο της ηθικής αξιολόγησης είναι η συμπάθεια, η ικανότητα να ερχόμαστε στην θέση των άλλων και σαν ανιδιοτελείς  θεατές να κρίνουμε τα συναισθήματα και τις πράξεις των σε σχέση με τα κίνητρά των. Αν αξιολογώντας τα πρώτα επιδοκιμάσουμε τα δεύτερα τότε κρίνουμε τις πράξεις σωστές. Πρέπει λοιπόν να ενεργούμε έτσι ώστε ο τρίτος ανιδιοτελής παρατηρητής των πράξεων μας να μπορεί να τις επιδοκιμάσει. Πίστευε ακόμα ότι η φρόνηση είναι η σπουδαιότερη αρετή για τον άνθρωπο και ότι η απληστία και η αδικία είναι πάντοτε κοντόφθαλμες. Έγραφε ότι όσο εγωιστής και αν είναι ο άνθρωπος υπάρχουν κάποιες αρχές στην φύση του που τον κάνουν να ενδιαφέρεται για την τύχη των άλλων και καθιστούν την ευτυχία τους απαραίτητη γι’ αυτόν, παρότι εκείνος δεν κερδίζει τίποτα από αυτήν.
     Ο Άνταμ Σμιθ υποστήριξε την νομοθεσία κατά της τοκογλυφίας και την νομοθεσία της στήριξης των φτωχών από το κράτος ενώ καταδίκασε απερίφραστα την εκμετάλλευση των αδυνάτων από τους ισχυρούς, γράφοντας στα 1776 πως «…το κέρδος ροκανίζει τα ημερομίσθια και οι ισχυρότερες τάξεις του Έθνους καταπιέζουν τις ασθενέστερες».  Παραδεχόταν επίσης πως η απόλυτη ελευθερία των αγορών έπασχε από αρκετές αδυναμίες.
      Η αισιόδοξη, ιδεαλιστική και τελείως μηχανιστική – στο πνεύμα της εποχής - άποψη του Adam Smith ότι το  όφελος των καπιταλιστών γίνεται αυτομάτως και όφελος των υπολοίπων μελών της κοινωνίας, δεν  επιβεβαιώθηκε στην συνέχεια. Από το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το1840 έως την έναρξη του 1ου Παγκοσμίου πολέμου το 1919 ο καπιταλισμός οδήγησε μεν σε τεράστια τεχνολογική πρόοδο και οικονομική ανάπτυξη με αντίτιμο όμως την πρωτοφανή στην ιστορία του ανθρώπου έξαρση των ανισοτήτων και των ανταγωνισμών, τόσο μεταξύ των κρατών, όσο και μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες, όπου είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία πρωτόγνωρου πλούτου και ευημερίας, αλλά και ανείπωτης φτώχειας και δυστυχίας, παρά την επάρκεια αγαθών που δημιούργησε και παρά το γεγονός ότι έκανε προσιτή την απόκτηση μιας πλειάδας αγαθών στους πολλούς, βελτιώνοντας την καθημερινότητα τους,  αυξάνοντας όμως παράλληλα αλόγιστα και τις ανάγκες τους.
      Οι συνεχείς κρίσεις του συστήματος, ενδογενές ελάττωμα του καπιταλισμού, απόρροια της απληστίας και πλεονεξίας που εμπνέει, επιδείνωσαν την κατάσταση και οδήγησαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα σε δύο βιομηχανικής κλίμακας παγκόσμιους πολέμους με καταστροφές κλίμακας που ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα.          
           Για μία εικοσαετία μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο η κατάσταση στην οικονομία του Δυτικού κόσμου φάνηκε να ισορροπεί με την συμφωνία του Breton Woods τον Ιούλιο του 1944 με την συμμετοχή των νικητών του πολέμου, και την εφαρμογή πολιτικών εμπνευσμένων από τις θεωρίες του John Maynard Keynes, αν και η συμφωνία επιβεβαίωνε τον ηγετικό ρόλο των Η.Π.Α. και του δολαρίου.

John Maynard Keynes          
           Ο J.M.Keynes Άγγλος οικονομολόγος των αρχών του 20ου αιώνα υπήρξε αιρετικός για την εποχή του. Η γνώμη του για τον καπιταλισμό και την αόρατη χείρα του Adam Smith ήταν ιδιαίτερα καυστική και απαξιωτική:               
«Καπιταλισμός είναι η εκπληκτική πεποίθηση, ότι οι κακοηθέστεροι των ανθρώπων θα κάνουν τα πιο πονηρά πράγματα, για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους».
           Σε ένα  άρθρο πού έγραψε το 1933, στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, αναφέρει τα εξής:
Ο παρακµάζων διεθνής αλλά ατομικιστικός καπιταλισμός, στα χέρια του οποίου βρισκόμαστε µετά τον [Α’ Παγκόσμιο] πόλεμο, δεν είναι επιτυχημένος. ∆εν είναι έξυπνος, δεν είναι όμορφος, δεν είναι δίκαιος, δεν είναι ενάρετος – και δεν διανέμει τα αγαθά. Με λίγα λόγια, τον αντιπαθούμε και αρχίζουμε να τον καταφρονούμε. 
             Σύμφωνα με τον Keynes ο Καπιταλισμός πρέπει να προσφέρει ταυτόχρονα οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ατομική ελευθερία. Για τον λόγο αυτόν θεωρεί πετυχημένο μοντέλο καπιταλισμού μόνο εκείνο που μπορεί να διασφαλίσει την διανομή του εισοδήματος και τις επενδύσεις, που θα διαμορφώσουν την ενεργό ζήτηση στο επίπεδο επίτευξης πλήρους απασχόλησης των διαθέσιμων πόρων.
              Ο J.M.Keynes παρουσίασε τις απόψεις του στο έργο του «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος» που εκδόθηκε το 1936 μεσούσης της Μεγάλης Κρίσης, όπου απέρριπτε την ικανότητα της αυτορρύθμισης της αγοράς, βασική ιδέα του οικονομικού φιλελευθερισμού που επικρατούσε τότε, στην οποία χρέωνε την Κρίση του 1929, τονίζοντας την σημασία του αρνητικού ρόλου της κερδοσκοπίας και της επίπτωσης του ψυχολογικού παράγοντα στον προσδιορισμό του επιτοκίου στις χρηματαγορές. Σε  γενικές γραμμές πρότεινε τον θεσμικό έλεγχο της αγοράς  με την θέσπιση κανόνων, και την μερική τουλάχιστον αναδιανομή των εισοδημάτων και των κερδών του κεφαλαίου από πάνω προς τα κάτω, επιδιώκοντας την κοινωνική ειρήνη, με αύξηση των δαπανών για κοινωνική πρόνοια και  προστασία και με αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε περιόδους κρίσης, με παράλληλη εξοικονόμηση πόρων σε περιόδους ανάπτυξης, σαν αντίβαρο των ανισορροπιών του συστήματος.
               Η αστάθεια των επενδύσεων είναι η πρωταρχική αιτία των κρίσεων κατά τον Keynes. Στην απλούστερη περίπτωση η ανεργία προκαλείται από ανεπάρκεια επενδύσεων που οφείλεται στην αβεβαιότητα της ζήτησης. Η υπερβολική αποταμίευση και η λιτότητα οδηγούν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης. Εάν οι πολίτες περικόπτουν τις δαπάνες τους η ζήτηση μειώνεται και οι επιχειρήσεις αντιδρώντας μειώνουν πρωτίστως την προσφορά, περιορίζοντας τις επενδύσεις τους και προχωρώντας σε απολύσεις και μειώσεις μισθών και σε δεύτερη φάση τις τιμές των προϊόντων τους. Στο ψυχολογικό κλίμα αβεβαιότητας  που δημιουργείται οι μειώσεις των επιτοκίων, των τιμών και των μισθών δεν αρκούν για να ανακάμψει η οικονομία. Οι μειώσεις των μισθών μάλιστα θα οδηγήσουν σε περιορισμό της κατανάλωσης και παραπέρα μείωση της παραγωγής οδηγώντας την οικονομία σε φαύλο κύκλο. Αυτός θα σπάσει με εφαρμογή επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής δηλαδή με δραστική αύξηση των Δημοσίων επενδύσεων, διατήρηση των μισθών, εν μέρει και μέσω των κοινωνικών παροχών και μείωση της φορολογίας, ώστε να συγκρατηθεί η ανεργία και να στηριχτεί το εισόδημα των εργαζομένων, με αποτέλεσμα την τόνωση της ζήτησης και συνακόλουθα της παραγωγής, δημιουργώντας μεν αρχικά ελλείμματα αλλά αλλάζοντας το ψυχολογικό κλίμα που θα οδηγήσει τελικά  την οικονομία σε ανάκαμψη. Η αύξηση του Α.Ε.Π. που θα προκύψει θα μειώσει αρχικά το έλλειμα σαν ποσοστό του Α.Ε.Π. και στην συνέχεια με την αύξηση της φορολογίας, σε συνθήκες ανάκαμψης και σε πραγματικούς αριθμούς.
           Η αβεβαιότητα λοιπόν για την επάρκεια των ιδιωτικών επενδύσεων, πρέπει να ωθεί το Δημόσιο στην στήριξη της ενεργού ζήτησης και την ρύθμιση του συνολικού όγκου επενδύσεων. Τα επιτόκια πρέπει να διατηρούνται χαμηλά ώστε να καταπολεμηθεί η κερδοσκοπία και να στραφούν οι επενδύσεις στην παραγωγή και όχι σε χρηματιστηριακό τζόγο. Είναι φανερό ότι ο Keynes δίνει προτεραιότητα στην Πολιτική έναντι της Οικονομίας.
            Ο Keynes διακρίνει σαφώς την επιχειρηματική από την κερδοσκοπική επένδυση. Σαν κερδοσκοπική επένδυση εννοεί την επιδίωξη βραχυπρόθεσμου κέρδους στις αγορές κεφαλαίου και συναλλάγματος. Η επιχειρηματική επένδυση είναι μακροπρόθεσμη και αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών που η πώλησή τους θα αποφέρει κέρδος. Χαρακτηριστικό της είναι η αβεβαιότητα των προσδοκιών για την μακροπρόθεσμη απόδοσή της.
              Εάν η κερδοσκοπική δραστηριότητα επικρατήσει της επιχειρηματικής σαν επενδυτική πρακτική περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι για την δεύτερη και αυτό θα οδηγήσει σε μείωση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης και στην συνέχεια μείωση του εισοδήματος και της ζήτησης και αύξηση της ανεργίας. Επιπρόσθετα η κερδοσκοπία στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, δεν δημιουργεί εισόδημα αλλά ανακατανέμει τον ήδη υπάρχοντα πλούτο, ενώ δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας. Τελικό αποτέλεσμα είναι η μείωση του ΑΕΠ και η οικονομική ύφεση. Αυτό ήταν η βασική αιτία της κρίσης του 1929 αλλά και της σημερινής όποιες διαφορές και αν υπάρχουν μεταξύ τους, Και αυτό είναι που κάνει τον Keyns πάλι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο.
           Ο Keynes συμπερασματικά απορρίπτει τον καπιταλισμό της κερδοσκοπίας στις χρηματαγορές, ακριβώς αυτόν που έχει επικρατήσει σήμερα και προτείνει τον θεσμικό περιορισμό της ελευθερίας των χρηματαγορών και την φορολογική επιβάρυνση των κερδών που προέρχονται από αυτήν, ώστε να στραφούν οι επενδύσεις στην επιχειρηματικότητα και την πραγματική οικονομία και να περιοριστούν οι κρίσεις που οδηγούν σε κοινωνική αστάθεια.
            Η εφαρμογή των κευνσιανών πολιτικών από τον Πρόεδρο Roosevelt με το Νew Deal, βοήθησε αποφασιστικά  στην έξοδο των Η.Π.Α. από την οικονομική κρίση του 1929.

Bretton Woods
           Την 1η  Ιουλίου του 1944 την εποχή της απόβασης στην Νορμανδία αντιπροσωπίες από 28 χώρες συγκεντρώθηκαν στο Breton Woods των Η.Π.Α. για να συζητήσουν την καθιέρωση αποτελεσματικών μηχανισμών για τη νομισματική ισορροπία, τις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές, την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη των μεταπολεμικών οικονομιών.   Στο Breton Woods o Keynes υποστήριξε την δημιουργία μιας νομισματικής ένωσης με σταθερές ισοτιμίες νομισμάτων με βάση τον Χρυσό και την δημιουργία ενός μηχανισμού ανακύκλωσης πλεονασμάτων μέσω της ίδρυσης ενός διεθνούς οργανισμού εμπορίου, που θα στηριζόταν σε μια διεθνή τράπεζα την Clearing Union. Η τελευταία θα ήταν εκδότης ενός παγκόσμιου νομίσματος αναφοράς, του bancor, με σταθερή ισοτιμία με τον χρυσό από την μία και σταθερή ισοτιμία με μικρό όριο διακύμανσης με τα νομίσματα των συμμετεχόντων κρατών. Η διεθνής αυτή τράπεζα θα ήταν  ρυθμιστής και διαχειριστής των εμπορικών ελλειμμάτων ή πλεονασμάτων κάθε χώρας. Θεωρητικά το χρέος δεν θα γονάτιζε κράτη, ούτε θα επιτρεπόταν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα. Έτσι δεν θα υπήρχαν περιθώρια για κερδοσκοπικά κεφάλαια και θα εξασφαλιζόταν η σταθερότητα του συστήματος.
                Ο John Kenneth Galbraith διευκρινίζει:  «Ο  Keynes, είχε φανταστεί ένα σύστημα, όπου τα μεγάλα κράτη δεν θα έθεταν την τήρηση των εμπορικών συμφωνιών πάνω από τους στόχους κοινωνικής ευημερίας, με κυριότερο την πλήρη απασχόληση. Στο πλαίσιο αυτό έβλεπε τη δυνατότητα συνύπαρξης των ελεύθερων ανταλλαγών με γενναιόδωρα συστήματα προστασίας, που θα εξασφάλιζαν τα διεθνή χρηματοοικονομικά ιδρύματα».
              Βέβαια οι Η.Π.Α. αντέδρασαν και με τον αέρα της νικήτριας του πολέμου  και μόνης πλεονασματικής χώρας την εποχή εκείνη, επέβαλαν το δολάριο σαν παγκόσμιο συναλλακτικό νόμισμα σε σταθερή ισοτιμία με τον χρυσό, και το ελεύθερο εμπόριο, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους, ως μόνης εξαγωγικής δύναμης. Εξασφάλισαν έτσι το δικαίωμα διαχείρισης των πλεονασμάτων τους κατά το δοκούν, που η αλήθεια είναι ότι τα χρησιμοποίησαν για την ανάπτυξη και ευημερία όλου του Δυτικού Κόσμου, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 οπότε λόγω της επιδείνωσης του εμπορικού ισοζυγίου και της σημαντικής δημοσιονομικής και νομισματικής επέκτασης που επέβαλαν οι ανάγκες χρηματοδότησης του πολέμου στο Βιετνάμ και του προγράμματος της «Μεγάλης  Κοινωνίας»  του Λίντον Τζόνσον, η οικονομία των Η.Π.Α. έγινε ελλειμματική, το δολάριο ήταν πλέον αδύνατο να διατηρήσει την ισοτιμία του με τον χρυσό και ο νεοεκλεγής Πρόεδρος Νίξον το αποσύνδεσε από το πολύτιμο μέταλλο το 1970, οπότε κατέρρευσε και η συμφωνία του Bretton Woods μαζί με την αξία του δολαρίου, βυθίζοντας τον Δυτικό κόσμο στην δίνη του στασιμοπληθωρισμού, για τον οποίο άδικα κατηγορήθηκαν οι ιδέες του Keynes. Ο στασιμοπληθωρισμός προέκυψε από την υποτίμηση των νομισμάτων που ήταν συνδεδεμένα με το δολάριο και την σημαντική απώλεια στην αξία των συναλλαγματικών αποθεμάτων των χωρών που ήταν σε δολάρια, σε συνδυασμό με την μεγάλη αύξηση της τιμής των Πρώτων Υλών και κυρίως του πετρελαίου, στην προσπάθεια των χωρών παραγωγής τους να διατηρήσουν τα κέρδη τους. Έτσι προέκυψαν οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και 1979.  Η αχίλλειος πτέρνα της συμφωνίας του Bretton Woods έτσι όπως την επέβαλαν οι Αμερικανοί ήταν η παραδοχή ότι η οικονομία των Η.Π.Α. θα ήταν εσαεί πλεονασματική!

Εύβουλος και Λυκούργος
               Η Οικονομική θεωρία του Keynes όσες αδυναμίες και αν έχει στοχεύει στην διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και είναι στα πλαίσια του κοινωνικού συμβολαίου της Επικούρειας Φιλοσοφίας. Τα θετικά της αποτελέσματα αποδείχτηκαν στην πράξη. Άλλωστε δεν είναι εντελώς πρωτότυπη. Παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν τον 4ο π.Χ. αιώνα στην Αθηναϊκή Δημοκρατία από τον Εύβουλο και τον Λυκούργο, όταν μετά την κατάρρευση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας και την διάλυση της 2ης Αθηναϊκής Συμμαχίας, περιορίστηκαν σημαντικά τα έσοδα της πόλης. Ο Εύβουλος παρέλαβε την πόλη με εισοδήματα 140 ταλάντων ανά έτος και τα έφτασε στα 400 τάλαντα ενώ ο Λυκούργος που τον διαδέχτηκε τα έφτασε στα 1.200 όσα ήταν τα έσοδα της Αθήνας στην ακμή της Αθηναϊκής Ηγεμονίας επι Περικλή. Η πολιτική τους βασίστηκε στην αύξηση των δημοσίων δαπανών με αύξηση  των θεωρικών και εκκλησιαστικών αποζημιώσεων και αύξηση των επενδύσεων σε δημόσια έργα και υποδομές, ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και μέτρα που τόνωσαν, με την συμβολή και της μακρόχρονης ειρήνης, την εμπορική δραστηριότητα και την παροχή υπηρεσιών κυρίως τραπεζικών. Η χρηματοδότηση προήλθε από την αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και την σημαντική αυτή αύξηση της εμπορικής  δραστηριότητας.  

Νεοφιλελευθερισμός:  Hayek και Friedman    
       Τα τελευταία τριάντα χρόνια επικράτησαν στην οικονομία, οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες των Hayek και  Friedman και η θεοποίηση των ελεύθερων αγορών που έντεχνα και δόλια συνδέθηκαν με τον πολιτικό φιλελευθερισμό και την ελευθερία του ατόμου.  Στις αρχές του 20ο αιώνα τις οικονομικές θεωρίες του Adam Smith αναβίωσε ο Αυστριακός οικονομολόγος Φρίντριχ φον Χάγεκ που στο έργο του               « Ο δρόμος προς την δουλεία » που γράφτηκε μεσούντος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ( 1940 -1941) επιτίθεται σε κάθε μορφή κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, όπου συγκαταλέγει τον ναζισμό και τον σοσιαλισμό, που θεωρεί ότι έχουν κοινή μήτρα και οδηγεί νομοτελειακά στην τυραννία. Ακραιφνής φιλελεύθερος ήταν υπέρμαχος του ατομικισμού και της ελεύθερης αγοράς και εχθρός της κρατικής παρεμβατικότητας. Ο  Χάγεκ θεωρεί το χρήμα εργαλείο ελευθερίας και αντίθετα από τον Keynes δίνει προτεραιότητα στην Οικονομία έναντι της Πολιτικής.
      Κατά τον Χάγεκ οι κρίσεις του καπιταλισμού οφείλονται στην υπερεπένδυση σε συνδυασμό με χαμηλό απόθεμα καταθέσεων λόγω υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης. Όταν διαπιστωθεί ότι τα απαραίτητα κονδύλια δεν αρκούν για να ολοκληρωθούν οι επενδύσεις, αυτές καταρρέουν και προκαλείται κρίση. Η λύση είναι η ρευστοποίηση των επενδύσεων (κλείσιμο επιχειρήσεων), απολύσεις, μείωση της κατανάλωσης (λιτότητα), και η αύξηση της αποταμίευσης.
       Στις Η.Π.Α. το 1929 με την εκδήλωση της Μεγάλης Κρίσης συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα: Πρώτον η μαζική απόσυρση καταθέσεων από τις τράπεζες ( Bank run ) που τις υποχρέωσε να απαιτήσουν άμεση αποπληρωμή των τρεχόντων δανείων και διακοπή παροχής νέων, στην προσπάθεια να επιβιώσουν και δεύτερον η επικράτηση - στο πνεύμα του Hayek – της αντίληψης ότι η πολιτική της ρευστοποίησης και της βίαιης αποπληρωμής των δανείων ήταν η ενδεικνυόμενη πολιτική. Ο Υπουργός των Οικονομικών Andrew Mellon έκανε τότε την περίφημη δήλωση: « Ρευστοποιήστε την εργασία, τις μετοχές, τους αγρότες, την ακίνητη περιουσία, μόνον έτσι θα καθαρίσουμε το σύστημα από την σαπίλα» Συγχρόνως παρότρυνε τον Πρόεδρο Hoover να αφήσει τις δυνάμεις της αγοράς να αυτορυθμιστούν. Αποτέλεσμα η μείωση του ιδιωτικού χρέους κατά 20% που συνοδεύτηκε όμως από εκτίναξη της ανεργίας στο 25% και μείωση του Α.Ε.Π. κατά 45% από το 1929 έως το 1933. Ο Hoover έχασε φυσικά τις εκλογές από τον Roosevelt, που με την πολιτική του New Deal έβγαλε τις Η.Π.Α. από την Κρίση.
      Στις 28 Μαρτίου 1930 Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης Χίντεμπουργκ ανέθεσε στον Χάινριχ Μπρούνινγκ την καγκελαρία με σαφή εντολή να βγάλει την Γερμανία  από την οικονομική κρίση και να ανασχέσει την άνοδο του ναζιστικού κόμματος που επένδυε στην φτώχεια και την απελπισία του κόσμου. Από το 1919, η αποπληρωμή των υψηλών πολεμικών αποζημιώσεων είχε αναγκάσει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμάτων που καλύφθηκαν με αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας από την Κεντρική Τράπεζα και εκτίναξη του πληθωρισμού. Η Κρίση του 1929 έπληξε καίρια την ευάλωτη Γερμανική Οικονομία. 3.000.000 Γερμανοί ήταν ήδη στην ανεργία το 1930. Ο νέος καγκελάριος υιοθέτησε πολιτικές που απηχούσαν τις θεωρίες του Χάγεκ. Ακολούθησε πολιτική αποπληθωρισμού, αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας, με στόχο την μείωση των δαπανών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Αύξησε τους φόρους και συγχρόνως μείωσε μισθούς και επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων. Μείωσε τις κοινωνικές δαπάνες και τις δημόσιες επενδύσεις. Δύο χρόνια αργότερα όταν απαλλάχτηκε  των καθηκόντων του, η οικονομική ύφεση είχε βαθύνει οι άνεργοι έφτασαν τα 6.000.000 και στις βουλευτικές εκλογές του 1932 το ναζιστικό κόμμα με 37% των ψήφων έγινε πρώτο κόμμα. Η τραγική συνέχεια είναι σε όλους γνωστή. Η θεωρία του Χάγεκ έφερε στην ουσία τον Χίτλερ στην εξουσία και όχι ο πληθωρισμός όπως ισχυρίζεται η σημερινή Γερμανική πολιτική ηγεσία. Η ιδεοληψία συντρίφτηκε από την πραγματικότητα.
      Την σκυτάλη των νεοφιλελεύθερων ιδεών  πήραν από τον Hayek στην συνέχεια ο μαθητής του Milton Freedman και η περιβόητη Σχολή του Σικάγο καθιστώντας την κυρίαρχο δόγμα στον χώρο της Οικονομίας. Ο Ignatio Ramonet διευθυντής της Le Monde diplomatique σε άρθρο του το1995 με τίτλο «Η Μονολιθική Σκέψη» αναφερόμενος στον Νεοφιλελευθερισμό γράφει: «Το σύγχρονο αυτό δόγμα μεταφράζει με ιδεολογικούς όρους δήθεν παγκόσμιας εμβέλειας, τα συμφέροντα μιας οικονομικής ελίτ και πιο συγκεκριμένα αυτά του Διεθνούς Κεφαλαίου. Κύριοι υποστηρικτές του είναι κάποιοι διεθνείς οικονομικοί και νομισματικοί οργανισμοί, όπως το Δ.Ν.Τ. η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Ο.Ο.Σ.Α., η Κομισιόν, που με τις χρηματοδοτήσεις τους ανά τον κόσμο θέτουν στην υπηρεσία των ιδεών τους  πανεπιστήμια, ιδρύματα και κέντρα έρευνας για να εξωραΐσουν και να περιβάλλουν με επιστημονικοφανή μανδύα αυτή την νέα ιδεολογία. Αυτός  ο ανυπόγραφος λόγος αφομοιώνεται στην συνέχεια και αναπαράγεται από τα σημαντικότερα μέσα της ενημέρωσης στον τομέα της οικονομίας όπως οι Wall Street Journal, The Economist, Financial Times, Far Eastern Economic Review, Les Echos, πρακτορείο Reuter  κ.ά. που ανήκουν πολλά από αυτά σε οικονομικούς και βιομηχανικούς κολοσσούς.  Λίγο ως πολύ, σε όλα τα επίπεδα, οικονομικές σχολές, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, πολιτικοί μηρυκάζουν αυτή την σύγχρονη μορφή των δέκα εντολών».
      Η πλήρης απελευθέρωση των αγορών συνοδεύτηκε από απορρύθμιση της οικονομίας και κατάργηση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, από μείωση της φορολογίας των πλουσίων, και των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων και πολυεθνικών και επιβάρυνση των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων με την επιβολή της περιβόητης λιτότητας και την κατάργηση των θεσμών κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας καθώς και την ιδιωτικοποίηση νευραλγικών για την κοινωνία τομέων του κράτους, όπως η υγεία, η παιδεία και οι οργανισμοί κοινής  ωφέλειας.
          Χαρακτηριστική είναι η άποψη του νεοφιλελεύθερου Αμερικανού οικονομολόγου George Gilder ότι «…η φορολογική επιβάρυνση των πλουσίων αποθαρρύνει τις επενδύσεις. Από την άλλη πρόσθετες παροχές στους φτωχούς σκοτώνουν τα κίνητρα για απασχόληση…Εργασία, Πίστη, Οικογένεια είναι η μοναδική συνταγή για την καταπολέμηση της φτώχειας».  
       Η ανεργία αναγορεύτηκε σε φυσικό φαινόμενο και έτσι οι Πόντιοι Πιλάτοι της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας ένιψαν τας χείρας των από την ανάγκη αντιμετώπισής της. Ακόμα χειρότερα: Η ανεργία γίνεται μέσο διαχείρισης, που υπηρετεί ένα σύστημα του οποίου οι επιδόσεις δεν αξιολογούνται με βάση ανθρώπινα κριτήρια. Σε μία έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α. την δεκαετία του 1990, αναφέρεται ότι για να αντιμετωπιστούν οι μισθολογικές διεκδικήσεις, είναι αναγκαίο ένα υψηλότερο ποσοστό συγκυριακής ανεργίας. Οι νεοφιλελεύθερες ιδέες οδήγησαν όπου εφαρμόστηκαν, σε λεηλασία του κοινωνικού πλούτου, από το ασύδοτο ιδιωτικό κεφάλαιο, σε εξαθλίωση της πλειονότητας των πολιτών, αναδιανομή του πλούτου προς όφελος των πλουσίων και εκτίναξη των ανισοτήτων. Φορέας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, το Δ.Ν.Τ., που το επέβαλε σε μια σειρά από χώρες αρχικά του Τρίτου κόσμου, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 20ου  αιώνα, ύστερα συνήθως από μία οικονομική καταστροφή λόγω πολέμων, δικτατοριών, ή αδυναμίας εξυπηρέτησης του δανεισμού τους.
        Ο νεοφιλελευθερισμός έγινε επίσημη πολιτική από τις κυβερνήσεις του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher στις αρχές της δεκαετίας του 1980 Ήταν η αρχή της νέας παγκοσμιοποίησης της Οικονομίας με πολιτικές προώθησης της πλήρους απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου και της κίνησης Κεφαλαίων και της απορρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από Κρίσεις μέχρι την μεγάλη Κρίση του 2008 που ταλαιπώρησαν κυρίως τις χώρες του Αναπτυσσόμενου Κόσμου.
        Η υπερχρέωση των χωρών του αναπτυσσόμενου κόσμου την δεκαετία του 1970 σε συνδυασμό με την απότομη αύξηση των επιτοκίων από την Fed στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με πρόσχημα την καταπολέμηση του πληθωρισμού και βαθύτερη αιτία την προσέλκυση κεφαλαίων στις Η.Π.Α., οδήγησαν το Μεξικό και άλλα 27 κράτη σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους των και το αίτημα για αναδιάρθρωση. Η ανάγκη διάσωσης των αμερικανικών τραπεζών που είχαν χορηγήσει τα δάνεια αυτά οδήγησε τελικά στο σχέδιο Brady με το οποίο μέρος του χρέους παραγράφηκε και παρατάθηκε η αποπληρωμή του υπολοίπου.
       Στα τέλη του 1990 ο υπερδανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών στην Ιαπωνία από τις τράπεζες προκειμένου να αγοράσουν ακίνητα και μετοχές, οδήγησε σε «Φούσκα» στην αγορά ακινήτων και στο χρηματιστήριο, που όταν έσπασε προκάλεσε Κρίση και αδυναμία αποπληρωμής των δανείων που ανάγκασε την Κυβέρνηση να διασώσει τις Τράπεζες με δημόσιο χρήμα και να εκτινάξει το δημόσιο χρέος ενώ η αποκλιμάκωση του ιδιωτικού χρέους ακολούθησε πολύ βραδείς ρυθμούς.
     Τo 1995 το Μεξικό παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ξαναμπήκε σε κρίση λόγω της επιδείνωσης του ελλείματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και της αύξησης του πληθωρισμού. Η τραπεζική και πολιτική διαφθορά οδήγησαν σε μεγάλη φυγή κερδοσκοπικών κυρίως κεφαλαίων και βαθιά ύφεση με αποτέλεσμα να προσφύγει η χώρα στο Δ.Ν.Τ.. Η κρίση στο Μεξικό συμπαρέσυρε την Αργεντινή και την Βραζιλία.
      Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που αποσύρθηκαν από την Λατινική Αμερική μετά το 1994 επενδύθηκαν στις αναδυόμενες αγορές της νοτιοανατολικής Ασίας. ( Ταϊλάνδη, Μαλαισία, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Νότια Κορέα, Σιγκαπούρη, Χονγκ Κόνγκ ). Η εισροή κεφαλαίων  στις Χώρες αυτές, αύξησε την νομισματική κυκλοφορία και ενθάρρυνε την κερδοσκοπία και τον υπερδανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών που οδήγησε σε «Φούσκα» στα ακίνητα και τα χρηματιστήρια.  Από το 1997 με την εμφάνιση των πρώτων δυσκολιών στις οικονομίες αυτές, λόγω της γενικότερης αρνητικής οικονομικής συγκυρίας στην παγκόσμια Οικονομία και την εμφάνιση ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια άρχισαν να αποσύρονται και να ρευστοποιούν περιουσιακά στοιχεία και μετοχές που είχαν αγοράσει την προηγούμενη περίοδο. Οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας μπήκαν σε βαθιά ύφεση εκτός από το Χονγκ Κόνγκ που κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους κερδοσκόπους. Όλες οι υπόλοιπες, εκτός της Μαλαισίας, προσέφυγαν στο Δ.Ν.Τ. και υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν την γνωστή νεοφιλελεύθερη συνταγή με ολέθριες επιπτώσεις στις κοινωνίες τους. Το Α.Ε.Π. των χωρών αυτών συρρικνώθηκε σημαντικά και το 2005 ήταν χαμηλότερο από εκείνο του 1997 πριν ξεσπάσει η κρίση.
      Η κρίση της νοτιοανατολικής Ασίας όπως τονίζει ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης στο βιβλίο του «Χρυσές Τουλίπες» απέδειξε περίτρανα τις ολέθριες επιπτώσεις της άκρατης Φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών καθώς και άκρατης απελευθέρωσης της κίνησης των κεφαλαίων.
      Η κρίση της νοτιοανατολικής Ασίας συμπαρέσυρε τις Εύθραυστες Οικονομίες της Αργεντινής και της Βραζιλίας που κατέληξαν και αυτές στις Αγκάλες του Δ.Ν.Τ. Ειδικά στην Αργεντινή προκλήθηκε μεγάλη κοινωνική έκρηξη με αφορμή την δέσμευση τραπεζικών καταθέσεων από την Κυβέρνηση. Ο πρόεδρος της Χώρας την εγκατέλειψε και η Αργεντινή πτώχευσε. Μεταξύ 1990 και 2003 υπολογίζεται ότι 450.000 πολίτες πέθαναν από την πείνα και τις ασθένειες.
      Το 1998 ήταν η σειρά της Ρωσίας να υποστεί την επίθεση των κερδοσκόπων με πρωτοστάτη τον διαβόητο Soros με ολέθρια αποτελέσματα στην Οικονομία της παρά το γεγονός ότι κατάφερε να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό της Χρέος.


Καπιταλισμός και Μαρξισμός
        Ο καπιταλισμός επομένως δεν είναι ιδεολογία αλλά φυσική συνέπεια της ιστορικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Η διαχείριση του καπιταλισμού όμως μπορεί  να αποτελεί ιδεολογία ή θεωρία εδραιωμένη  στα πραγματικά δεδομένα της κάθε εποχής. Οι θεωρίες που αναφέραμε ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.  Ακόμα και η μαρξιστική θεωρία, όπως εφαρμόστηκε στην πράξη, μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο, ιδεολογία διαχείρισης του καπιταλισμού. Η διαφορά ήταν πως ο υπαρκτός σοσιαλισμός συγκεντρωτικός, μονολιθικός και ακραία γραφειοκρατικός απέτυχε τελικά να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας και να ενσωματώσει έγκαιρα τις ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας και της πληροφορικής γεγονός που συνέβαλε στην τελική του κατάρρευση. Γεγονός είναι επίσης ότι πολλά μέλη της παλιάς γραφειοκρατίας μετά την κατάρρευση του συστήματος, βρέθηκαν να κατέχουν αμύθητο πλούτο και να αποτελούν σήμερα την οικονομική ολιγαρχία στις χώρες αυτές όπου επικράτησε η πιο βάναυση εκδοχή του καπιταλισμού. 
       Βέβαια ο Karl Marx που στο «Κεφάλαιό» του κάνει μία εντυπωσιακά εμπεριστατωμένη ανάλυση της καπιταλιστικής παραγωγής, αντιμετώπισε τον καπιταλισμό σαν μεταβατικό στάδιο, που μέσω της πάλης των τάξεων θα οδηγήσει στον Κομμουνισμό, που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την αταξική κοινωνία. Την εξέλιξη αυτή πιθανότατα δεν την είδε σαν νομοτελειακό αποτέλεσμα, όπως πολλοί μαρξιστές πρεσβεύουν, μα σαν την μόνη δυνατότητα επιβίωσης της κοινωνίας. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο  Μάρξ είναι ίσως ο πρώτος οικονομολόγος – στοχαστής που πρόβλεψε την επίπτωση της καπιταλιστικής παραγωγής στο περιβάλλον, προειδοποιώντας στο «Κεφάλαιο» ότι « …η καπιταλιστική παραγωγική δραστηριότητα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την συγκέντρωση διαφορετικών δραστηριοτήτων σε ένα κοινωνικό σύνολο δεν μπορεί παρά να εξαντλήσει τις αρχέγονες πηγές πλούτου: την γη και τον εργαζόμενο».
       Σε αντίθεση όμως με την ανάλυση για την καπιταλιστική παραγωγή, ο Μάρξ δεν ήταν αρκετά σαφής για το πώς οραματίζονταν την κομμουνιστική παραγωγή, όπου όπως έλεγε ο καθένας θα πρόσφερε σύμφωνα με τις δυνατότητές του και θα αμείβονταν σύμφωνα με τις ανάγκες του,  ούτε πως θα ήταν δυνατό να αποφευχθεί τελικά ο χωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις, αυτούς δηλαδή που σχεδιάζουν και οργανώνουν την παραγωγή και σε αυτούς που την εκτελούν. Σε κάθε περίπτωση, αν και παραμένει πάντα σαν δυνατότητα, η κομμουνιστική κοινωνία δεν παύει να βρίσκεται στην ιδεολογική σφαίρα, μακριά από την πραγματικότητα.  
         Αλλά ας επιστρέψουμε στον καπιταλισμό.

Χρηματοπιστωτικό σύστημα
         Με τον καπιταλισμό αντιστράφηκε η παραγωγική διαδικασία που ίσχυε επί φεουδαρχίας. Τότε προηγούταν η παραγωγή στο χωράφι από τους κολίγες, στη συνέχεια αυτή διαμοιραζόταν μεταξύ αυτών και του φεουδάρχη, ο φεουδάρχης πωλούσε το μέρος της παραγωγής που δεν χρειαζόταν και με τα χρήματα που εισέπραττε κάλυπτε  τις άλλες του ανάγκες, πλήρωνε την φρουρά του και δάνειζε τα υπόλοιπα, συχνά στους ίδιους τους κολίγες.  Η ακολουθία ήταν: Παραγωγή-διανομή-χρέος
Στην νέα κατάσταση ο επιχειρηματίας προκαταβάλει το ενοίκιο για την γη, τις πρώτες ύλες, τα μέσα παραγωγής και τους μισθούς στους εργάτες. Τα χρήματα εάν δεν τα διαθέτει σαν κεφάλαιο, πρέπει να τα  δανειστεί, πριν καν αρχίσει η παραγωγή και μετά την πώληση του προϊόντος  να τα επιστρέψει με τόκο. Η ακολουθία είναι τώρα Χρέος-διανομή-παραγωγή.
       Η επιδίωξη για μεγιστοποίηση του κέρδους, είχε σαν συνέπεια την προσπάθεια για την βελτίωση των μέσων παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό απαίτησε τεράστιες επενδύσεις στην έρευνα και την τεχνολογία που προήλθαν φυσικά από δάνεια. Το χρέος έγινε λοιπόν προϋπόθεση του κέρδους και κατ’ επέκταση του πλούτου. 
       Η ανάπτυξη λοιπόν του καπιταλισμού, απαίτησε την ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος για να χρηματοδοτηθεί η παραγωγή. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα – εξέλιξη του τοκογλύφου του μεσαίωνα- άρχισε να αναπτύσσεται ήδη από τον 16ο αιώνα λόγω της ανάγκης χρηματοδότησης της ποντοπόρου ναυσιπλοΐας και του εμπορίου των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων και ιδίως της Αγγλίας και των Ενωμένων Επαρχιών με την Αμερική και τις αποικίες τους στην Ανατολή. Στη συνέχεια με την Βιομηχανική Επανάσταση απέκτησε κεντρική θέση στην καπιταλιστική παραγωγή. Η μεγέθυνση και επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής, απαιτούσε συνεχώς αυξανόμενες χρηματοδοτήσεις, που οδήγησαν σε συγχώνευση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και την δημιουργία ενός πανίσχυρου χρηματοοικονομικού συστήματος με σημαντική πολιτική και κοινωνική επιρροή. Αποτέλεσμα ήταν τελικά η αυτονόμηση του, που σηματοδότησε το πέρασμα του κλασικού καπιταλισμού σε ένα νέο στάδιο, τον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό. Σε αυτό βοήθησε η απορρύθμιση της οικονομίας μετά το 1980 με την άνοδο των νεοφιλελεύθερων ιδεοληψιών αρχικά σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία που στηρίζονταν στις θεωρίες των Φιλελεύθερων οικονομολόγων Φρίντριχ φον Χάγεκ και Μίλτον Φρίντμαν.

Νόμος Glass Steagall
            Σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν και η κατάργηση του νόμου Glass Steagall το 1999 από την Κυβέρνηση του Bill Clinton.  O νόμος αυτός ψηφίστηκε από το Κογκρέσο το 1933 στο πλαίσιο του New Deal και εφαρμόστηκε από τον Πρόεδρο Roosevelt, παρά την έντονη αντίθεση των Τραπεζιτών, που ο ίδιος τους χαρακτήριζε «υπόκοσμο όμοιο με τους γκάγκστερς» και δεν είχε άδικο:
              Η κρίση του 1929 οφείλονταν στην ασύδοτη κερδοσκοπία αποτέλεσμα της διαπλοκής τραπεζιτών, πολιτικών και χρηματιστών που οδήγησαν σε χειραγώγηση μετοχών, απάτες, αισχροκέρδεια και ανάπτυξη νέων κερδοσκοπικών εργαλείων όπως τα τιτλοποιημένα  δομημένα στεγαστικά δάνεια. Η εισαγωγή στην αγορά των επικίνδυνων αυτών χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ο υπέρμετρος δανεισμός για την απόκτησή τους δημιούργησε την «Φούσκα» του 1929. Οι άστοχες ενέργειες της Fed και του προέδρου Hoover οδήγησαν στην κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τη Μαύρη Πέμπτη της 24ης Οκτωβρίου 1929 και σε μία άνευ προηγουμένου Παγκόσμια Κρίση.
              Ο νέος Πρόεδρος είχε το σθένος να συγκρουσθεί με τους Τραπεζίτες και να τους επιβληθεί εκβιάζοντάς τους με την διερεύνηση τραπεζικών σκανδάλων μέσω του Κογκρέσου και την άμεση απειλή εθνικοποίησης των Τραπεζών.
              Ο νόμος Glass Steagall διαχώριζε τις εμπορικές τράπεζες, που χρησιμοποιούσαν τις καταθέσεις του κόσμου για να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις και μέσω αυτών την πραγματική παραγωγή, από τους Επενδυτικούς Οίκους που επένδυαν κερδοσκοπικά σε διάφορα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Στις πρώτες ο νόμος επέβαλε αυστηρούς ελέγχους από την Κεντρική Τράπεζα, όσον αφορά την κεφαλαιακή τους επάρκεια, απαγόρευε να συναλλάσσονται με χρεόγραφα, να παίζουν στο χρηματιστήριο και να έχουν οποιαδήποτε σχέση, άμεση ή έμμεση, με Επενδυτικούς Οίκους. Το Κράτος μπορούσε να επέμβει για να τις διασώσει, αν κάτι δεν πήγαινε καλά, γιατί οι καταθέσεις των πολιτών ήταν εγγυημένες. Τους Επενδυτικούς Οίκους απαγορευόταν να τους διασώσει, μιας και η δραστηριότητά τους ήταν ουσιαστικά ο τζόγος. Ο νόμος είχε παγκόσμια απήχηση και βοήθησε στην περιστολή της τραπεζικής ασυδοσίας που οδήγησε στην κρίση του 1929, μετατρέποντας το τραπεζικό σύστημα από «καζίνο» σε εργαλείο ανάπτυξης.


Παγκοσμιοποίηση
           Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, όπως την γνωρίζουμε σήμερα,  άρχισε  σταδιακά μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά επικράτησε πλήρως με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την πλήρη απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων. Ο όγκος των συναλλαγών διευρύνθηκε σημαντικά και αυξήθηκε θεαματικά η κίνηση κεφαλαίων, ιδίως των κερδοσκοπικών, από χώρα σε χώρα. Αυξήθηκε έτσι η δυνατότητα γενίκευσης μιας κρίσης που θα εκδηλωνόταν σε κάποια περιοχή του παγκοσμιοποιημένου  χρηματοοικονομικού χώρου. Ο κίνδυνος να συμβεί κάτι τέτοιο ανά πάσα στιγμή, είναι ακόμα μεγαλύτερος, αν αναλογιστεί κανείς την αδυναμία εφαρμογής αποτελεσματικών  ελέγχων, και της ανυπαρξίας υπερεθνικού ρυθμιστικού πλαισίου για την κίνηση κεφαλαίων και χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Μία άλλη σημαντική παρενέργεια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ήταν  η σημαντική ανάπτυξη της λεγόμενης «shadow banking» που λειτουργεί στις παρυφές του επίσημου χρηματοοικονομικού συστήματος, έξω από κάθε έλεγχο από τις εποπτικές αρχές των αγορών και περιλαμβάνει υπόγειες εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές και κερδοσκοπικές επενδύσεις και δραστηριότητες ασφαλιστικών εταιρειών και ιδιωτικών Επενδυτικών Ταμείων, αλλά και ξέπλυμα χρήματος από εγκληματικές δραστηριότητες όπως εμπόριο ναρκωτικών, παράνομο εμπόριο όπλων,  trafficking κ.λ.π. φοροδιαφυγή των εχόντων, με φυγάδευση κεφαλαίων μέσω δαιδαλωδών διαδρομών, σε off shore εταιρείες-σφραγίδες, εγκατεστημένες σε φορολογικούς παραδείσους, δραστηριότητα ιδιαίτερα προσφιλής στα ευυπόληπτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στο City του Λονδίνου, τα οποία σύμφωνα με τον  Marc Roche διαθέτουν τις περισσότερες off shore εταιρείες παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι το “shadow banking” διακινεί κεφάλαια ύψους 71 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό πολύ κοντά στο παγκόσμιο Α.Ε.Π.


Χρηματοοικονομικός Καπιταλισμός
      Στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, που επικρατεί πλήρως από το 2000 και μετά, ο υπερδιογκωμένος χρηματοοικονομικός τομέας που εκφράζεται με τις λεγόμενες συστημικές Τράπεζες, αλλά και ιδιωτικά κερδοσκοπικά αμοιβαία κεφάλαια και επενδυτικά Ταμεία, δεν ενδιαφέρεται πλέον να χρηματοδοτεί την παραγωγή αλλά να κερδοσκοπεί βραχυπρόθεσμα με περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα που ο ίδιος δημιουργεί, τιτλοποιόντας συνήθως τις επισφαλείς επενδύσεις του και διαθέτοντάς τα στους αφελείς επενδυτές, διασπείροντας έτσι τους επενδυτικούς κινδύνους σε ένα κοινό, που μην  μπορώντας  να αξιολογήσει την αξία τους βασίζεται στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που έμμεσα ή άμεσα ελέγχονται από τις ίδιες τράπεζες που εκδίδουν τα τοξικά αυτά παράγωγα και φυσικά τα αξιολογούν με υψηλή πιστοληπτική διαβάθμιση συσκευάζοντας τα σκουπίδια τους με χρυσά περιτυλίγματα που δίνουν την εικόνα ποιοτικής επένδυσης. Είναι δε σημαντική η παρατήρηση του David Runciman στο πρόσφατο βιβλίο του « Πολιτική μια μικρή ιστορία» ότι «…ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει γίνει τόσο τερατώδης και απόκρυφος που πολλοί Τραπεζίτες δεν καταλαβαίνουν τα χρηματιστηριακά προϊόντα που πουλάνε, γιατί αυτά είναι δημιουργήματα ειδημόνων στα μαθηματικά, οι οποίοι τα σκαρώνουν χωρίς να έρχονται σε καμμιά επαφή με τους πελάτες. Αρκούνται όμως στο βραχυπρόθεσμο κέρδος που αυτά επιφέρουν και τα υψηλά bonus που συνεπάγονται, αδιαφορώντας για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες».
       Ο Rene Passet στο εξαιρετικό βιβλίο του «Η νεοφιλελεύθερη  αυταπάτη» που γράφτηκε πριν την μεγάλη κρίση του 2008 επισημαίνει: «Η χρηματιστηριακή οικονομία υποσκάπτοντας τα θεμέλια  της πραγματικής οικονομίας, αυτοϋπονομεύεται. Ο βραχυπρόθεσμος ορίζοντας που επιβάλει στην οικονομία δεν ευνοεί ούτε την οικονομική πρόοδο ούτε την ανθρώπινη ανάπτυξη. Η παραγωγική κούρσα που επακολουθεί αθετεί τις υποσχέσεις της τεχνολογίας.

        Το πλεόνασμα της παραγωγής υπό ομαλές συνθήκες διανέμεται:
- Στους μισθωτούς με την μορφή αύξησης των αποδοχών, του όγκου της απασχόλησης ή της μείωσης του ωραρίου.
- Στους καταναλωτές με την μορφή αύξησης της αγοραστικής δύναμης.
- Στο παραγωγικό και χρηματοοικονομικό κεφάλαιο με την μορφή επενδύσεων και μερισμάτων.
- Στο κράτος και την πρόνοια.

          Το χρηματοοικονομικό παιχνίδι όμως έχει την τάση να μεγιστοποιεί το κομμάτι που του ανήκει, σε βάρος των υπολοίπων.


        Το αποτέλεσμα είναι:
- Όσον αφορά τους εργαζόμενους, οι πιέσεις στα ημερομίσθια, οι απολύσεις, η αρνητική αντιμετώπιση στην μείωση του ωραρίου.
- Η εχθρική στάση απέναντι στην αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της αγοραστικής δύναμης.
- Η καταγγελία κατά του κράτους πρόνοιας και οι απαιτήσεις για περιορισμό των κοινωνικών δαπανών.
- Η πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις για μεγαλύτερα μερίσματα στους μετόχους, σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων».
- Από την δεκαετία του 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η επέκταση των επιχειρήσεων χρηματοδοτούνταν από τα αδιανέμητα κέρδη τους και αν αυτά δεν επαρκούσαν, κατέφευγαν στον Τραπεζικό δανεισμό από ένα Τραπεζικό σύστημα ασφυκτικά ρυθμισμένο και αυστηρό, με αποτέλεσμα τα δάνεια να συνδέονται άμεσα με τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Ήταν η εποχή που οι απολαβές των μάνατζερ εξαρτιόταν από την παραγωγικότητα της επιχείρησης.  Από την δεκαετία του 1980 και μετά με την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων ιδεοληψιών αρχικά σε Η.Π.Α. και Μ. Βρετανία η σχέση δανειακών κεφαλαίων και επιχειρηματικών επενδύσεων άρχισε να διαταράσσεται μέχρις ότου μέχρι το 2000 έπαψε πλέον να υφίσταται. Κάθε επέκταση της πίστωσης έπαψε να αφορά επενδύσεις αλλά πήγαινε εξ’ ολοκλήρου σε πληρωμές μερισμάτων στους μετόχους και το κεφάλαιο κίνησης της επιχείρησης. Οι μισθωτοί που είδαν τους μισθούς τους να καθηλώνονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στράφηκαν και αυτοί στον δανεισμό προκειμένου να ικανοποιήσουν τις αυξανόμενες καταναλωτικές τους ανάγκες και σε στεγαστικά δάνεια χαμηλής εξασφάλισης και υψηλού ρίσκου.  Αποτέλεσμα των αυξημένων δανειακών απαιτήσεων και της απελευθέρωσης του Τραπεζικού συστήματος από τις ρυθμίσεις και τις υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις που ίσχυαν την προηγούμενη περίοδο από τις Νεοφιλελεύθερες πολιτικές του  Reagan και της Thatcher, ήταν η ανεξέλεγκτη επέκταση της μόχλευσης και η εκρηκτική αύξηση του ιδιωτικού χρέους. Έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες αυτού που ονομάζουμε «χρηματιστικοποίηση» της Οικονομίας.
                 
         Σήμερα η Χρηματαγορά υπαγορεύει τους κανόνες της παντού: Η αγοραπωλησία τίτλων αποδεικνύεται επικερδέστερη από τις επενδύσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.             
         Οι απαιτήσεις για γρήγορες αποδόσεις και μειωμένο κόστος παραγωγής, διαστρέφει την θεμιτή επιδίωξη της παραγωγικότητας σε μία παραγωγική κούρσα που δεν αποσκοπεί στην κάλυψη αναγκών και γίνεται αυτοσκοπός
         Η πολιτική χαμηλών επιτοκίων των Κεντρικών Τραπεζών και η συνεχής χορήγηση ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στην προσπάθεια αναθέρμανσης της οικονομίας ακόμα και μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης, δεν μπορεί υπό αυτές τις συνθήκες να έχει αποτέλεσμα για δύο κυρίως λόγους: Ο πρώτος είναι ότι οι χρηματοδοτήσεις κατευθύνονται σε βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά παράγωγα λόγω μεγαλύτερων προσδοκιών κερδοφορίας και όχι στην παραγωγή. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι υγιείς επιχειρήσεις, αποφεύγουν να δανειστούν για να ανανεώσουν τον εξοπλισμό τους και να αυξήσουν την παραγωγή τους, λόγω  των αρνητικών μακροπρόθεσμων προσδοκιών όσο αφορά την κατανάλωση και την ανάπτυξη. Και όταν δανείζονται το κάνουν είτε για να επενδύσουν σε χρηματοοικονομικά παράγωγα, με την προοπτική άμεσης απόδοσης, είτε για να επαναγοράσουν μετοχές τους στο Χρηματιστήριο προκειμένου να διατηρηθεί με τεχνητό τρόπο σε υψηλά επίπεδα η τιμή τους, αφού τα bonus των διευθυντικών τους στελεχών είναι άμεσα εξαρτημένα από την τιμή της εταιρικής μετοχής. Προκαλείται έτσι αύξηση των Χρηματιστηριακών αποδόσεων την στιγμή που η πραγματική οικονομία παραμένει σε ύφεση. Το αποτέλεσμα είναι η αποσύνδεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την πραγματική οικονομία, στην οποία λειτουργεί πλέον όχι μόνον σαν τροχοπέδη αλλά και σαν δυνητικός κίνδυνος αφού  κάθε χρηματοπιστωτική κρίση πλήττει τελικά την πραγματική οικονομία. 
         Επιπλέον οι μετοχές υγιών επιχειρήσεων στα χρηματιστήρια, γίνονται συχνά αντικείμενο τζόγου από κερδοσκοπικά αμοιβαία κεφάλαια με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις  αυτές αντί να αντλούν κεφάλαια από το χρηματιστήριο να αναγκάζονται συχνά να διαθέτουν κεφάλαια για επαναγορά ιδίων μετοχών προκειμένου να τις στηρίξουν. Τα κεφάλαια αυτά βέβαια αφαιρούνται από παραγωγικές επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.
            

             Ακόμα και ολόκληρες χώρες μπορεί να γίνουν στόχος κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων.
              Το 1990 η Μεγάλη Βρετανία εντάχθηκε στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα Σταθερών Ισοτιμιών, με υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία. Το 1992 λόγω ύφεσης της οικονομίας της η αγγλική λίρα βρέθηκε υπερτιμημένη. Το γεγονός εκμεταλλεύτηκε το κερδοσκοπικό επενδυτικό κεφάλαιο Quantum του George Soros και κερδοσκόπησε σε βάρος της λίρας. Δανείστηκε βραχυπρόθεσμα 15 δισεκατομμύρια λίρες με τις οποίες αγόρασε δολάρια πιέζοντας για υποτίμηση της λίρας. Τον Soros μιμήθηκαν και άλλοι κερδοσκόποι. Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ξόδεψε 50 δις. δολάρια από τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να στηρίξει την λίρα δεν τα κατάφερε! Η λίρα υποτιμήθηκε και η Μεγάλη Βρετανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ε.Ν.Σ. Οι κερδοσκόποι αντάλλαξαν τα δολάρια που είχαν αποκομίσει από την πρώτη συναλλαγή, με προκαθορισμένη ισοτιμία στα πλαίσια της προθεσμιακής αγοράς συναλλάγματος έναντι λιρών Αγγλίας,  αποκομίζοντας τεράστιο κέρδος από την διαφορά της ισοτιμίας πριν και μετά την υποτίμηση. Το κέρδος για τον Soros έφθασε το 1 δις. δολάρια.  
                Τα ίδια κερδοσκοπικά κεφάλαια έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην Κρίση της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ρωσίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990.  
                 Η υπερχρεωμένη και ευάλωτη  Ελληνική οικονομία έγινε  στόχος κερδοσκόπων το 2010. Η μαζική αγορά CDS (συμβόλαια ασφάλισης έναντι πιστωτικού κινδύνου) για το Ελληνικό χρέος από τα κεφάλαια αυτά που πόνταραν στην χρεοκοπία της χώρας, κατέστησε απαγορευτικό το επιτόκιο αναχρηματοδότησης του χρέους  από τις αγορές και οδήγησε την Χώρα στο Μνημόνιο.

 

Η Κρίση του 2007           
           Αποτέλεσμα της ασυδοσίας των αγορών, και της κυκλοφορίας από το Τραπεζικό  σύστημα χωρίς στοιχειώδεις ελέγχους, περίπλοκων τοξικών χρηματοοικονομικών παραγώγων, που τιτλοποιούσαν σε μεγάλο βαθμό επισφαλείς επενδύσεις κυρίως στην αγορά ακινήτων στις Η.Π.Α., ήταν  η κρίση του 2007 όπου το κόστος της καταστροφής και την διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κλήθηκαν να πληρώσουν οι κοινωνίες και οι φορολογούμενοι πολίτες κατά παράβαση - τι ειρωνεία – των νεοφιλελεύθερων αρχών περί μη ανάμιξης του κράτους στις ελεύθερες αγορές. Πέραν του οικονομικού και το κοινωνικό κόστος υπήρξε μεγάλο. Στις Η.Π.Α. 8.000.000 οικογένειες έχασαν τα σπίτια τους αυξήθηκε η ανεργία και η φτώχεια και διευρύνθηκε το εισοδηματικό χάσμα.
            Με βάση τις εκτιμήσεις του διευθυντή χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Κεντρικής Τράπεζας του Ηνωμένου Βασιλείου. Andrew Haldane, το κόστος της Κρίσης του 2007 για την Παγκόσμια Οικονομία υπολογίζεται μεταξύ 60 και 200 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
            Το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2007 απέδειξε περίτρανα ότι οι αγορές δεν μπορούν να διορθώσουν τα λάθη τους. Μόνο τα κράτη μπορούν να αντλήσουν τους αναγκαίους πόρους για να διασώσουν τις αγορές που έχουν καταρρεύσει. Το ότι οι κυβερνήσεις  επέτρεψαν να συμβεί κάτι τέτοιο είναι δική τους ευθύνη, αφού με τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες τους άφησαν την Οικονομία να επιβληθεί της Πολιτικής αμελώντας να θέσουν το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο για την λειτουργία των αγορών.
             Από τον Οκτώβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2011 τα Ευρωπαϊκά κράτη δαπάνησαν 4.5 τρις ευρώ  ή το 37% του ΑΕΠ τους για να διασώσουν τις Τράπεζές τους. Πολύ μεγαλύτερο ήταν το κόστος για τις Η.Π.Α.  Το χειρότερο είναι ότι αυτές μόλις ένοιωσαν να στηρίζονται και πάλι στα πόδια τους, ξανάρχισαν να κάνουν αυτό που γνώριζαν καλύτερα: Να εκβιάζουν τις κυβερνήσεις που τις διέσωσαν και να τζογάρουν με τοξικά παράγωγα. Πολύ φυσικό άλλωστε αφού οι υπόγειες πολιτικές διασυνδέσεις απέτρεψαν την παραπομπή των τραπεζιτών κερδοσκόπων στα ποινικά δικαστήρια. Οι περισσότεροι από αυτούς όχι μόνον διατήρησαν τις θέσεις τους αλλά βρέθηκαν πολύ πλουσιότεροι απ’ ότι ήταν πριν  την Κρίση. Όσοι απολύθηκαν δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν αδρά αμειβόμενες θέσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ελευθερία και νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες
       Η ελευθερία προϋποθέτει κανόνες. Τα όρια της ατομικής ελευθερίας μέσα στην κοινωνία, που οι άνθρωποι επέλεξαν να ζουν βάσει του κοινωνικού συμβολαίου του μη βλάπτειν ουδέ βλάπτεσθαι, θέτουν οι νόμοι. Αυτό που ισχύει  για την ελευθερία δράσης του κάθε μέλους της κοινωνίας, πρέπει να ισχύει και για τις αγορές. Κανόνες, αλλά και αποτελεσματικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί, που θα εξασφαλίζουν την ελευθερία των αγορών, αλλά συγχρόνως θα προφυλάσσουν την κοινωνία από τις ακρότητες τους. Αν βέβαια δεν θέλουμε η ελευθερία να καταλήξει ασυδοσία με τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώνουμε όλοι.
      Οι αγορές είναι χρήσιμες γιατί εξασφαλίζουν αποτελεσματικό  έλεγχο των τιμών. Οι χρηματαγορές ιδιαίτερα  χρηματοδοτούν την Οικονομία και τις κοινωνικές δομές. Είναι απαραίτητο εργαλείο της οικονομίας μιας σύγχρονης Δημοκρατικής πολιτείας. Όμως είναι συχνά απρόβλεπτες, άπληστες, παρορμητικές και επιρρεπείς στην  ασυδοσία και την χειραγώγηση από τους ισχυρούς που ακυρώνει τελικά και την ελευθερία τους. Μπορεί να υπονομεύσουν την κοινωνική ειρήνη και να καταλύσουν την ίδια την Δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες που αυτή συνεπάγεται. Η παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δυστυχώς  ευνοεί την ασυδοσία του, αφού περιπλέκει την δυνατότητα λήψης και εφαρμογής υπερεθνικών ελεγκτικών μέτρων.
        Για τους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους η οικονομική ευημερία  βασίζεται στην συνεχή οικονομική ανάπτυξη που εξασφαλίζουν οι «ελεύθερες» αγορές. Όμως σε ένα κόσμο, όπου το 1% του πληθυσμού λυμαίνεται το 50% του παγκόσμιου πλούτου, η οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο δεν αφορά τους πολλούς, αλλά αυξάνει ακόμα περισσότερο τις ανισότητες υπέρ των πλουσίων. Η ανάπτυξη πρέπει πλέον να πάψει να είναι το μόνο ζητούμενο και να επικεντρωθούν οι προσπάθειες των κοινωνιών στην δικαιότερη ανακατανομή του πλούτου. Εάν αυτό δεν γίνει με ειρηνικά μέσα, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να γίνει με την βία και με απρόβλεπτα αποτελέσματα όχι μόνο για την συνοχή των κοινωνιών, την Δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες αλλά για την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου είδους.  Άλλωστε η ανάπτυξη τουλάχιστον με την έννοια που συνηθίσαμε να της δίνουμε, εδώ και πολύ καιρό δεν είναι πλέον βιώσιμη. Εξαντλεί με επιταχυνόμενους ρυθμούς τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη και επιβαρύνει υπέρμετρα το περιβάλλον, υποθηκεύοντας το μέλλον των επόμενων γενιών.
       Η οικονομία οφείλει να αποτελεί εργαλείο ευημερίας των κοινωνιών και όχι των αριθμών. και για να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη πρέπει να σέβεται το περιβάλλον. Οι νόμοι διατήρησης των οικοσυστημάτων δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της οικονομίας, αλλά η οικονομία πρέπει να τους λαμβάνει πάντα υπόψιν της στους σχεδιασμούς της. Η πρόοδος της τεχνολογίας και της πληροφορικής μας δίνει σήμερα αυτή την δυνατότητα.
         Ο Rene Passet γράφοντας για την βιώσιμη ανάπτυξη αναφέρει: «….Η οικονομία που περιχαρακώνεται, αναμασά τα δικά της κριτήρια και αξιολογεί τις επιδόσεις της με βάση την αύξηση του Α.Ε.Π. Η αύξηση αυτή είναι μια έννοια μονοδιάστατη και ποσοτική.
Η ανάπτυξη για την οποία μιλάμε εμείς αφορά μια πραγματικότητα πολύ πιο πλούσια. Ας την ονομάσουμε ποικιλόσχημη – πολυδιάστατη ανάπτυξη. Ανάπτυξη γιατί προϋποθέτει μια προοπτική μεγέθυνσης που ωστόσο σήμερα με την πληροφορική και τις κάθε είδους υπηρεσίες δεν έχει αποκλειστικά υλική διάσταση. Ποικιλόσχημη γιατί οι δομές της μεταβάλλονται συνεχώς και πολυδιάστατη γιατί πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και τον κοινωνικό χώρο. Τα αναπτυξιακά πρότυπα που επιφέρουν καταστροφή της φύσης και προκαλούν κοινωνική αποσύνθεση στην ουσία δεν συνιστούν ανάπτυξη». 
         Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εκείνο που χρειαζόμαστε είναι κοινωνίες με αγορές όχι κοινωνία της αγοράς.  Δεν είναι τα πάντα εμπορεύματα, δεν πουλιούνται και αγοράζονται τα πάντα. Δεν αγοράζονται ούτε πουλιούνται ο αέρας, το νερό, το κλίμα, οι ζωές και η ευτυχία των ανθρώπων. Δεν αποζημιώνεται η καταστροφή του περιβάλλοντος και του μέλλοντος των παιδιών μας. Από την οπτική της θεωρίας των παιγνίων, οι αγορές πρέπει να διασφαλίζεται ότι είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος, όπου όλοι πρέπει να κερδίζουν κάτι. Όπως άλλωστε πρέπει να συμβαίνει και στην κοινωνία. Όταν γίνονται παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, όπου οι ελάχιστοι κερδίζουν αυτά που οι πολλοί χάνουν, καταλήγουν τζόγος. Στο τέλος θα καταλήξουν παίγνιο αρνητικού αθροίσματος, όπου όλοι  βγαίνουν χαμένοι.
        Ο νεοφιλελευθερισμός θεοποίησε τις αγορές και την λιτότητα για τους πολλούς, που χρηματοδοτεί την χλιδή των λίγων. Στις πρώτες απέδωσε μεταφυσικές ιδιότητες που δεν είχαν. Ο ισχυρισμός πως οι αγορές αυτορυθμίζονται  και ρυθμίζουν τα πάντα ιδανικά, είναι μεταφυσική δοξασία που καμμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Και μόνο το γεγονός της δημιουργίας «Φουσκών» που το σκάσιμό τους οδηγεί σε Κρίσεις φτάνει για να το αποδείξει. Η αόρατη χείρα του Adam Smith χάνει στο bra de fer  από μία άλλη αόρατη χείρα, αυτή της ανθρώπινης απληστίας.     

          Το ίδιο ισχύει και για την λιτότητα.
        Στις αρχές του 2013 ο Ολιβιέ Μπλανσάρ επικεφαλής οικονομολόγος του Δ.Ν.Τ., παραδέχτηκε ότι ο ίδιος και το Ταμείο είχαν κάνει λάθος στην επίδραση του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή και ότι η λιτότητα φρέναρε την οικονομία πολύ περισσότερο απ’ ότι είχαν υπολογίσει. Λίγο αργότερα η μελέτη αναφοράς για την λιτότητα, που υποτίθεται ότι αποτελούσε την επιστημονική της τεκμηρίωση, αποδείχτηκε χαλκευμένη. Το « Growth in a Time of Depth”, γραμμένο το 2010, από την Κάρμεν Ράινχαρντ και τον Κένεθ Ρογκώφ, πρώην στελέχη του Δ.Ν.Τ., υποτίθεται ότι αποδείκνυε ότι το υψηλό δημόσιο χρέος σκοτώνει την ανάπτυξη και επομένως τα κράτη πρέπει να καταφεύγουν σε πολιτικές λιτότητας, για να μειώσουν πρώτιστα το χρέος. Σ’ αυτή την πολυπαινεμένη από τους συντηρητικούς οικονομολόγους μελέτη στηρίχτηκε ο Ευρωπαίος επίτροπος οικονομικών Όλι Ρεν, για να συστήσει στις Ευρωπαϊκές Χώρες να εφαρμόσουν πολιτικές λιτότητας.       Επειδή η μελέτη αποδεικνυόταν μεν, αλλά η απόδειξη δεν μπορούσε να αναπαραχθεί, τρείς οικονομολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, ζήτησαν την άδεια από τους συγγραφείς, να εξετάσουν τα πρωτότυπα των υπολογισμών. Εκεί διαπιστώθηκε ότι πέραν των αμφιλεγόμενων στατιστικών μεθόδων που είχαν χρησιμοποιήσει, είχαν κάνει επιλεκτική χρήση στοιχείων, αγνοώντας εκείνα που δεν συμφωνούσαν με τα συμπεράσματά τους. Οι συγγραφείς παραδέχτηκαν το «λάθος» τους και διόρθωσαν την εργασία τους. Στο σημείο ακριβώς αυτό επανέρχονται τρείς επιφανείς οικονομολόγοι του Δ.Ν.Τ. μέλη του τμήματος έρευνας του Ταμείου ( Jonathan D.Ostry, Prakash Loungani, Davide Furceri ) σε κοινό τους άρθρο με τίτλο « Newliberalism: Oversold» τον Μάιο του 2016 στο περιοδικό του Ταμείου « Finance & Development» όπου  μεταξύ άλλων αμφισβητούν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων. «Η λιτότητα υποστηρίζουν μπορεί να είναι αναγκαία για μία χώρα που κινδυνεύει να χάσει την πρόσβαση στις αγορές όμως είναι λάθος η άποψη ότι το υψηλό χρέος φρενάρει την ανάπτυξη». Οι συγγραφείς αμφισβητούν την άποψη ότι η δημοσιονομική εξυγίανση οδηγεί σε ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα επισημαίνουν το γεγονός ότι το αναπόφευκτο κόστος των πολιτικών λιτότητας μπορεί να είναι πολύ υψηλότερο του προσδοκώμενου οφέλους. « Στην πράξη επισημαίνουν ύστερα από γεγονότα δημοσιονομικής εξυγίανσης ακολούθησαν υφέσεις και όχι ανάπτυξη». Επισημαίνουν ακόμα ότι οι πολιτικές λιτότητας όπως και η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων αυξάνουν την ανισότητα γεγονός που όπως έχει αποδειχτεί φρενάρει την οικονομική ανάπτυξη. Τέλος και οι τρείς οικονομολόγοι προτείνουν στις κυβερνήσεις πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος! Με λίγα λόγια οι επίγονοι του Friedman προτείνουν επιστροφή στον Keynes!
       Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η ενδιαφέρουσα άποψη του Richard Vague που στην πολύ πρόσφατη εργασία του « Η επόμενη οικονομική καταστροφή: Γιατί επέρχεται και πως θα την αποφύγουμε » υποστηρίζει πως οι Οικονομικές Κρίσεις δεν σχετίζονται τόσο με το δημόσιο χρέος – επομένως η λιτότητα δεν μπορεί να είναι το φάρμακο - αλλά από την ταχύρρυθμη επέκταση του ιδιωτικού χρέους όταν αυτό είναι ήδη υψηλό δηλαδή πάνω από το 150% του Α.Ε.Π.  Το υψηλό όμως ιδιωτικό χρέος, το οποίο συνήθως αφορά τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, μειώνει την ζήτηση αφού μεγάλο μέρος του εισοδήματος πηγαίνει σε τοκοχρεολύσια και επομένως φρενάρει την ανάπτυξη. Στην προσπάθεια  αντιμετώπισης της ύφεσης που προκαλείται αυξάνει στην συνέχεια το Δημόσιο Χρέος λόγω της ανάγκης αναδιάρθρωσης του ιδιωτικού χρέους και της ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών που απαιτείται λόγω της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Και μην μας διαφεύγει ότι όπως έχει αποδειχτεί το υπερβολικό ιδιωτικό χρέος χρηματοδοτεί κυρίως κερδοσκοπικές φούσκες και επομένως σχετίζεται με την απληστία της ανθρώπινης φύσης που τόσο πάσχισε ο Επίκουρος να αντιμετωπίσει.
Οι νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες απειλούν την συνοχή των κοινωνιών, την ελευθερία των πολιτών και υπονομεύουν την Δημοκρατία. Ο νεοφιλελευθερισμός όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για την κοινωνία αλλά είναι βαθύτατα αντικοινωνική ιδεολογία. Ας παραθέσουμε εδώ τα λόγια του Milton Friedman ( Καπιταλισμός και Ελευθερία ):
« Υπάρχει ήδη μια βασική πλάνη στο σύνολο του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης και των μέτρων πρόνοιας. Η πλάνη ότι είναι εφικτό και δυνατό να κάνεις το καλό με τα χρήματα των άλλων. Όμως η άποψη αυτή έχει δύο αδυναμίες. Η πρώτη αδυναμία είναι ότι αν θέλω να κάνω καλό με τα χρήματα των άλλων, προϋποθέτει ότι πρέπει να τους τα πάρω. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία του κράτους πρόνοιας, είναι μια φιλοσοφία βίας και εξαναγκασμού, που αντιτίθεται στην έννοια της ελευθερίας γιατί χρησιμοποιεί βία για να πάρει τα χρήματα».
      Όποιος εκφράζει τέτοιες απόψεις θέλει υποκριτικά να αγνοεί ότι οι κοινωνίες δεν είναι ένα άθροισμα ανθρώπων που έτυχε να κατοικούν στον ίδιο τόπο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που στηρίζεται στο κοινωνικό συμβόλαιο και τα μέλη του έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Θέλει να αγνοεί ότι ο πλούτος των εχόντων αποκτάται μέσα στην κοινωνία και ότι είναι λογικό να απαιτείται από αυτούς κάποιο αντίτιμο που θα εξασφαλίζει αν μη τι άλλο την κοινωνική ειρήνη. Η ίδια η Θάτσερ όμως ισχυριζόταν πως δεν υπάρχουν κοινωνίες, αλλά μόνο άτομα και οικογένειες. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι επομένως παρασιτικός και υποκριτικός, επειδή ενώ δεν παραδέχεται την ύπαρξη της κοινωνίας έχει την απαίτηση να λυμαίνεται τον κοινωνικό πλούτο όποτε αυτό τον συμφέρει.  Ιδιοποιείται τα κέρδη και κοινωνικοποιεί τις ζημιές. Η ασυδοσία των αγορών που προωθεί, όχι μόνο δεν συμβαδίζει με την ελευθερία του ατόμου, αλλά αποδείχτηκε εργαλείο λεηλασίας και χειραγώγησης των κοινωνιών, από τους σύγχρονους οικονομικούς εξουσιαστές, αντίστοιχο των θρησκειών και ιδεολογιών, σε όχι και τόσο παλαιότερες εποχές. Είναι επομένως στον αντίποδα της φιλοσοφίας του Επίκουρου.

Ιεράρχηση αναγκών και επιθυμιών
        Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, θα πρέπει, σαν άτομα και σαν κοινωνίες, να αξιολογήσουμε τις ανάγκες μας σύμφωνα με τον αλγόριθμο του Επίκουρου. Ο καπιταλισμός μπορεί να βελτίωσε την καθημερινότητά μας, όμως μας δημιούργησε ένα κυκεώνα περιττών αναγκών και άπιαστων για τους πολλούς προτύπων. Είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε την Επικούρεια Αυτάρκεια, που σημαίνει για μας, την άρνηση εξάρτησης από ένα ανούσιο τρόπο ζωής, που δημιουργεί και προβάλλει συνεχώς, νέες πλασματικές ανάγκες, από τις οποίες εξαρτά την ανθρώπινη ευτυχία και την απαλλαγή μας από το συνεχές άγχος για επιβεβαίωση και αποδοχή από ένα αμφισβητήσιμο σύστημα αξιών, που βασίζεται στον υλικό πλούτο τον ανταγωνισμό και την επιβολή με όλα τα μέσα. Ο καπιταλισμός μας έκανε άπληστους, καχύποπτους, μοναχικούς, αδιάφορους για το κοινωνικό σύνολο, υπερφίαλους και τελικά δυστυχισμένους. Μας στέρησε τις απλές χαρές της ζωής, την ανεμελιά, την απόλαυση της πραγματικής φιλίας, την χαρά του Έρωτα, την ηδονή να βιώνουμε το μεγάλωμα των παιδιών μας. Η ευημερία που μας πρόσφερε, μας απομάκρυνε από την Ευδαιμονία. Τώρα που χάσαμε και την ευημερία, μας έμειναν οι ανάγκες, που σαστισμένοι αδυνατούμε να αξιολογήσουμε και να ικανοποιήσουμε.
       Πώς όμως θα ιεραρχήσουμε σήμερα τις ανάγκες μας τόσο σε κοινωνικό όσο και ατομικό επίπεδο; Αυτό είναι τώρα το  ζητούμενο.
       Σε επίπεδο κοινωνίας ο διάσημος Γάλλος οικονομολόγος  Fransois Perroux  απο το  1952 [“Les couts de l’ homme”, Economie appliquee ( Ιαν. 1952)] υπογράμμισε την αναγκαιότητα για όλες τις κοινωνίες να καλύψουν τα «ανθρώπινα κόστη», τα οποία κατατάσσει σε τρείς κατηγορίες:
     1. Αυτά που θωρακίζουν τους ανθρώπους απέναντι στον θάνατο. ( καταπολέμηση θνησιμότητας εντός και εκτός εργασίας).
      2. Αυτά που εξασφαλίζουν σε όλους ένα στοιχειώδες επίπεδο φυσικής και πνευματικής υγείας.                 (υγειονομική περίθαλψη, ασφάλιση, συντάξεις, αντιμετώπιση της ανεργίας).
      3. Αυτά που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή              ( εκπαίδευση και ψυχαγωγία)
          Η κάλυψη αυτών των αναγκών που η κατάταξή τους θυμίζει τον Επικούρειο αλγόριθμο, φαίνεται να είναι ο κύριος όρος της αρμονικής λειτουργίας ενός οικονομικού  συστήματος που θέτει τις βάσεις για την επίτευξη της ανθρώπινης ανάπτυξης και ευδαιμονίας.

Επίλογος
      Ζούμε μια εποχή γεμάτη κινδύνους και αβεβαιότητα για το μέλλον τόσο σαν άτομα όσο και σαν κοινωνίες. Το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Η κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που ξεκίνησε το 2008 και του καπιταλισμού του τζόγου που αυτό αντιπροσωπεύει, απειλεί να συμπαρασύρει στην άβυσσο τις κοινωνίες. Στον επιθανάτιο ρόγχο του απειλεί τις ανθρώπινες ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ίδια την Δημοκρατία. Ο αγώνας για την διάσωσή τους είναι σήμερα επιτακτικός όπως και η διατύπωση μιας εναλλακτικής πρότασης για μια οικονομία στην υπηρεσία της ανθρώπινης ευδαιμονίας και της κοινωνικής συνοχής,  που θα σέβεται το περιβάλλον και θα εστιάζει στην ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών του ανθρώπου.
       Στην σημερινή συγκυρία οι θεωρίες του Keynes φαίνεται να αποτελούν το πιο ασφαλές μονοπάτι για την διατήρηση του κοινωνικού συμβολαίου και της κοινωνικής συνοχής. 
      Όπως είπε και ο νομπελίστας οικονομολόγος Joseph Stiglitz     « Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Keynes ήταν ότι έσωσε τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές…Με τις ιδέες του ο καπιταλισμός απέκτησε πιο ανθρώπινο πρόσωπο και η ελεύθερη οικονομία μεγαλύτερη σταθερότητα. Όμως η θεωρία του ξεχάστηκε…και πλέον βλέπουμε τις συνέπειες. Η διδασκαλία του  Keynes είναι απαραίτητη σήμερα, για να σώσουμε ξανά τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές».
      Τελειώνοντας θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η Οικονομία είναι ένας ζωντανός Οργανισμός και σαν τέτοιος πρέπει να εξελίσσεται στον χρόνο και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Επομένως δεν υπόκειται σε πάγιους και αναλλοίωτους κανόνες. Καμμιά Οικονομική Θεωρία δεν μπορεί να έχει διαχρονική ισχύ και να αντιμετωπίζεται σαν ιδεολογία. Εκείνο που πρέπει να έχει διαχρονική ισχύ  και θα πρέπει να τονιστεί για άλλη μια φορά, είναι η αντίληψη ότι η Οικονομία είναι υπηρέτης της Κοινωνίας και όχι το αντίθετο  και εργαλείο για την δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων που θα εξασφαλίζουν την πρόσβαση στην Ευδαιμονία τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, σεβόμενη συγχρόνως το φυσικό περιβάλλον ώστε να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΜΙΝΟΤΑΥΡΟΣ: Οι πραγματικές αιτίες της Κρίσης. Γιάνης Βαρουφάκης, Εκδόσεις Λιβάνη
2. ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Γιάνης Βαρουφάκης, Εκδόσεις Πατάκη
3. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ: Η Ελεύθερη Αγορά και η κατάρρευση της Παγκόσμιας Οικονομίας Joseph E.Stiglitz
4. ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Matthieu Pigasse, Εκδόσεις στερέωμα
5. Η ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ Rene Passet, Εκδόσεις παρατηρητής
6. ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΚΡΙΣΗ Marc Chesney, Εκδόσεις Λιβάνη
7. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΓΙΑ ΜΗ ΕΙΔΙΚΟΥΣ Περικλής Γκόγκας, Εκδόσεις κριτική
8. Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΕ 30 ΜΑΘΗΜΑΤΑ Giovanni Sartori, Εκδόσεις Μελάνι
9. ΟΙ BANKSTERS Marc Roche, Εκδόσεις Μεταίχμιο
10. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Μία αναλυτική Ιστορία της Δημοκρατίας από την γέννησή της μέχρι σήμερα. Ν.Κυριαζής – Ε.Μ.Οικονόμου.  Εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ.
11. Η ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ John Maynard Keyns.  Εκδόσεις Παπαζήση.
12. ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ David Runciman. Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου. Εκδόσεις Πατάκη
13. Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ  Richard Vague. Μετάφραση: Βαλλιάνος Χρήστος. Εκδόσεις Angelus Novus
14. ΧΡΥΣΕΣ ΤΟΥΛΙΠΕΣ Παναγιώτης Ρουμελιώτης. Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη


ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ:
α. «Η Μονολιθική Σκέψη» Ignatio Ramonet  «Le Monde Diplomatique”
β. Απληστία και καπιταλισμός: Η απάντηση του Ανταμ Σμιθ     Χ. Παπανδρόπουλος
γ. Σημείωμα (κάπως μακρύ) για τον Άνταμ Σμιθ. Σώτη Τριανταφύλλου
δ. Σημείωμα (κάπως μακρύ) για τον Κέυνς. Σώτη Τριαντφύλλου
ε. Στο Bretton Woods το δολάριο έγινε……χρυσό. Εφημερίδα Έθνος 6/12/2008
στ. Πρόλογος στην έκδοση του «Βήματος» για το βιβλίο της «Γενικής Θεωρίας» του J.M.Keynes από τον Γ.Αργείτη επίκουρο καθηγητή της Μακροοικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
z.  « Όταν το γυαλί ράγισε» Έρευνα που έγινε για τις ανάγκες αφιερώματος στον νόμο Glass-Steagall για την εκπομπή του Radiobubble « Χαμηλή αυτοεκτίμηση» της 22/05/2013
        Πηγές: Public Broadcasting service, FRONTLINE, Washington post, N.Y.Times, The Huffington Post,CNN, BBC, Der Spiegel, National Public Radio, Financial Times, Ελευθεροτυπία, Ημερησία, Wikipedia.

 

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ:
Βαρουφάκης Γιάνης: Από τους πιο γνωστούς Οικονομολόγους παγκόσμια. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Essex, της Γλασκόβης, της East Anglia, του Cambridge του Σίδνεϋ και Αθηνών. Έχει διατελέσει σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου και πρώτος υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Τσίπρα.
Περικλής Γκογκας: Αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Matthieu Pigasse: Είναι Γενικός Διευθυντής του Οίκου Lazard France και μέτοχος της εφημερίδας Le Monde. Με πολυετή εμπειρία σε ζητήματα διαχείρισης Δημόσιου χρέους. Διετέλεσε σύμβουλος της κυβέρνησης Γ.Α. Παπανδρέου και του πρώην υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη.
Rene Passet:  Σύγχρονος Ευρωπαίος Διανοητής ειδικευμένος στην Οικονομία της Ανάπτυξης. Έχει διατελέσει καθηγητής του Πανεπιστημίου Paris1-Pantheon-Sorbonne. Είναι πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου του κινήματος ATTAC και εισηγητής νέων, διεπιστημονικών προσεγγίσεων στην Οικονομία.
Marc Chesney: Είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης. Διετέλεσε αναπληρωτής κοσμήτορας στην Ανώτατη Εμπορική Σχολή του Παρισιού. Εξειδικεύεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Είναι μέλος της ευρωπαϊκής ΜΚΟ Finance Watch και του πολιτικού και οικονομικού φόρουμ Contrepoint.
Joseph E.Stiglitz: Νομπελίστας καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Columpia των Η.Π.Α.
Marc Roche: Επι 25 χρόνια είναι ανταποκριτής της εφημερίδας Le Monde στο City του Λονδίνου. Θεωρείται ειδικός σε χρηματοοικονομικά θέματα.
Giovanni Sartori: Διετέλεσε πρώτος τακτικός καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στην Ιταλία στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους Στοχαστές στην Συγκριτική Πολιτική και στην Θεωρία της Δημοκρατίας.
Κυριαζής Νίκος: Καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Διετέλεσε Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια Trier και Harvard. Εργάστηκε στην Γενική Διεύθυνση Μελετών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Διετέλεσε σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και του Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας. Διετέλεσε επίσης Γενικός Γραμματέας  του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης.
Οικονόμου Εμμανουήλ-Μάριος: Απόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με μεταπτυχιακό στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά. Διδακτορικό με ειδίκευση στην ανάλυση της Αρχαίας ελληνικής Οικονομίας, την ανάλυση της μεταμεσαιωνικής Οικονομίας της Αγγλίας και τις σύγχρονες πολιτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 
David Runciman: Καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Έχει γράψει μεταξύ άλλων τα “The Politics of Good Inventions” (2006)
“Political Hypocrisy” (2008)
“Confidence Trap” (2013)
Δημοσιεύει τακτικά κείμενα για την πολιτική και την διεθνή επικαιρότητα συχνά στο London Review of Books.
Richard Vague: Πρώην Τραπεζίτης που σήμερα αναπτύσσει πλούσια φιλανθρωπική δράση. Είναι διευθύνων σύμβουλος της Gabriel Investments και πρόεδρος της Gonernor’s Woods foundation.
Παναγιώτης Ρουμελιώτης: Πρόεδρος του Δ.Σ. του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ομότιμος καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Οικονομίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών  του Παντείου Πανεπιστημίου, διδάκτωρ στις Οικονομικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Σορβόνης και Παρισιού ΙΙ. Έχει διατελέσει μεταξύ άλλων Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής στο Δ.Ν.Τ., Υπουργός Εμπορίου και Εθνικής Οικονομίας.