Το βήμα των μελών
Ήν εν αρχή ο λόγος;
24.11.2016 Δημήτρης Λιαρμακόπουλος

Ήν εν αρχή ο λόγος;

Κανονικά η εισήγηση αυτή θα μπορούσε να είναι η συντομότερη απ’ όλες με ένα απόλυτο «όχι» στο ερώτημα του τίτλου ώστε να μας μείνει άπλετος χρόνος για συζήτηση, επειδή όμως η φράση κλισέ «εν αρχή ην ο λόγος» σηματοδότησε δύο από τις πιο δυσάρεστες περιπέτειες, γιατί όχι και συμφορές, του ελληνικού τρόπου θα μου επιτρέψετε να επεκταθώ με αναφορά σ’ αυτές.


Γραμμένο στο τέλος του πρώτου αιώνα της νέας μέτρησης το κατά Ιωάννη από έναν γνώστη της στωικής φιλοσοφίας, επέτυχε, με την συγκεκριμένη φράση να αφαιρέσει από την έρευνα το ζήτημα της πρώτης αρχής. Θέτοντας ως πρώτη αρχή μια «ενέργεια», μια δραστηριότητα ενός έλλογου όντος, τοποθετεί την προ ύπαρξη του όντος ως θέμα εκτός συζήτησης. Εν αρχή είναι ο λόγος του Θεού επειδή προφανώς ο Θεός προϋπάρχει. Με το παιχνίδι των λέξεων που ακολουθούν αυτή τη φράση, εκτός που αυτό επιβεβαιώνεται, επιχειρεί και προσδίδει στο λόγο υπόσταση ώστε στο κατόπι να τον ενσαρκώσει και να ακολουθήσει η γνωστή περιπέτεια της λέξης για την οποία θα μιλήσουμε μετά.

 


Εξετάζω την συγκεκριμένη φράση ως τέτοια που περιγελά και ακυρώνει την ελληνική φιλοσοφία τουλάχιστον ως προς στο ερευνητικό της σκέλος. Να θυμηθούμε την αφορμή που έσπρωξε στη φιλοσοφία τον Επίκουρο. Δεν βολεύονταν με την αναφορά του Ησίοδου στη Θεογονία για την αρχική ύπαρξη του Χάους και τη γέννηση των θεών από αυτό. Ουσιαστικά ο Επίκουρος δεν βολεύονταν με οποιαδήποτε αναφορά σε οντολογική πρώτη αρχή. Ο Ιωάννης εδώ, ως φαίνεται, του κάνει τη χάρη, και αποσιωπά την προ ύπαρξη του όντος όχι γιατί δεν υπάρχει αλλά γιατί εννοείται πως υπάρχει και την αποσιωπά για να μην προκαλέσει το σχετικό επικούρειο ερώτημα που παίρνουμε, όπως ο δάσκαλος στα μικράτα του, αφορμή για τη φιλοσοφία.


Ιδού λοιπόν το «μεγαλείο» της ανατολικής θεώρησης του κόσμου. Όπως κάθε τι ανθρώπινο προϋποθέτει την ύπαρξή μας έτσι και ο κόσμος προϋποθέτει το Θεό. Ο Θεός όμως στέκει χωρίς προϋπόθεση ούτε καν ως αρχή καθώς όλα αρχίζουν με αυτόν, μετά από αυτόν. Έτσι επισφραγίζεται και η κατάργηση της αναζήτησης των αιτιών δια της σύγκλισής τους στην πρώτη. Από αυτό κατανοούμε και την προέλευση της φράσης απ’ ευθείας από τον στωικισμό. Οι πρώτοι στωικοί, αρχής από το Ζήνωνα, δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη Θεός αλλά ανάμεσα σε άλλες, όπως «πρόνοια», «νοερή δύναμη», δέσποζε η φράση: «των αιτιών αιτία». 


Να πάμε στην περιπέτεια της λέξης λόγος.


Η λέξη προέρχεται βέβαια από το λέγω και κατά κυριολεξία θα πει «έναρθρος λόγος», με τον οποίο διατυπώνουμε την ενδιάθετη σκέψη μας. Τα λόγια μας δηλαδή! Ταυτόχρονα όμως σημαίνει την ίδια την ενδιάθετη σκέψη μας. Με αυτήν την δεύτερη σημασία της που αποδίδει την έλλογη σκέψη μας, η λέξη απλώθηκε σε πολλές χρήσεις. Σημαίνει λογισμό, περίσκεψη, εκτίμηση, γνώμη, υπολογισμό, σχέση, αναλογία, συμμετρία, δικαιολογία και άλλα...


Από αυτό δυστυχώς η λέξη είδε κι έπαθε. Κι άθελά της έδωσε εργαλεία στο Χριστιανισμό. Το ομολογεί ο Αυγουστίνος: «…η αιτία που μια χριστιανική φιλοσοφία κατέστη δυνατή ήταν (…) η αμφισημία της λέξης Λόγος» (Pierre Hadot, Τι είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, σελ321επ, Ίνδικτος 2002). Και μια πληροφορία που ψάρεψε η Λιλή Ζωγράφου από τον  Marcel Simon, εντοπίζει την αρχή στον Φίλωνα «…που προμήθεψε τα υλικά και μια δομή για το χριστιανικό δόγμα του Λόγου…» (Αντιγνώση, σελ52).
Εμείς όμως ανικανοποίητοι θα ψάξουμε λίγο παλιότερα, γιατί δε μπορεί να λέει τυχαία ο Θεοδωρίδης πως «…ύστερα από τη μακεδονική εξάπλωση, προβάλλουν πλήθος οι ξένοι κι αλλόφυλοι που χορταρομάνησαν αργότερα την ελληνική παιδεία». (Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, σελ142).


Να δούμε λοιπόν πώς μεταχειρίστηκαν τον λόγο οι στωικοί. «Ο Θεός κι ο άνθρωπος ανήκουν σε μια ανώτερη φύση γιατί διαθέτουν λόγο. Ο Θεός όμως είναι από τη φύση του καλός, γιατί βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με το λόγο ή καλύτερα είναι ο ίδιος ο λόγος». Προφανώς αναφέρονταν στο λογικό. Αρχικά ταύτισαν το Λόγο με την ίδια τη Φύση που για τους στωικούς είναι το ίδιο με το Θεό. Στη λογική της ενότητας των πάντων «Ο εν ημίν λόγος» και ο λόγος της Φύσης είναι ένα και το αυτό. Ο Χρύσιππος περιγράφει την ειμαρμένη ως λόγον του κόσμου κι αλλού η τέλεια έκφανση του λόγου είναι η αρετή. (Χριστίνα Κούρφαλη, η στωική τέχνη του βίου, Θύραθεν).


Οι στωικοί πήραν το λόγο από τον Ηράκλειτο μάλιστα καμάρωναν για όσα πήραν από τον Ηράκλειτο, όπως την εκπύρωση ή την ενότητα των πάντων. Τον λόγο όμως φανερά τον παραποίησαν. Ο λόγος ως ιδιότητα της φύσης δεν μπορεί παρά να γίνεται κάτι υπερβατικό.
Στον Ηράκλειτο υπάρχει μεν η «ιδέα μιας οργανωτικής αρχής που διέπει τα όντα και τα φαινόμενα» στη λογική όμως των αυτών νόμων που ισχύουν παντού, όπου υπάρχει ύλη στο απέραντο σύμπαν. Στην ίδια λογική των καθολικών νόμων αναφέρεται στο λόγο ως λόγο φιλοσοφικό ως βάση ερμηνείας των πραγμάτων κι όχι ως μεταφυσική εντολή που διέπει το γίγνεσθαι. (Από τα αποσπάσματα που μας παραδίδει ο Σέξτος ο Εμπειρικός στο «Προς Μαθηματικούς, VII, 132 - 133» φαίνεται πως ο Λόγος στον Ηράκλειτο ταυτίζεται με τον κοινό φιλοσοφικό λόγο «…που εκθέτει και εξηγεί το πώς λειτουργεί ο κόσμος». (Βλ. ιδίως: Προσωκρατικοί, Ηράκλειτος, Αθανάσιος Κυριαζόπουλος, Σχόλια, σελ107, Οι Έλληνες, Κάκτος, 1995). 


Τι λέει ο Ηράκλειτος στην, όπως αποφαίνονται οι μελετητές, εισαγωγή του έργου του: «τοῦ δὲ λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι γίνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον· γινομένων γὰρ πάντων κατὰ τὸν λόγον τόνδε ἀπείροισιν ἐοίκασι…, δηλαδή: Και μολονότι τούτος ο λόγος είναι κοινός, οι άνθρωποι γίνουνται ασύνετοι παντοτινά, και πριν τον ακούσουν, και όταν τον ακούσουν για πρώτη φορά. Γιατί, μολονότι τα πάντα γίνουνται σύμφωνα με τούτο το λόγο, μοιάζουν σα να μην τον γνωρίζουν… (Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης).


Ο Ηράκλειτος γράφει τους αφορισμούς του σε μια εποχή πολύ κοντινή στην παράδοση των ποιητών – αοιδών που γυρνούσαν την Ελλάδα και τραγουδούσαν τα έπη. Γνωρίζουμε πως τα Ομηρικά πριν καταγραφούν διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Έτσι αυτό που ο Ηράκλειτος έγραψε προορίζονταν να εκφωνηθεί στο κοινό. Την εποχή εκείνη δηλαδή έχουμε στην κυριολεξία αυτό που επικράτησε να λέγεται «γραπτός λόγος».
Που στα ελληνικά πράγματα επέτρεψε την διάδοση της γνώσης σε οικουμενική κλίμακα και στα χρόνια μας με την τυπογραφία την έκρηξη διάδοσης. Το ίδιο όμως επέτρεψε την παραποίηση της γνώσης ή την συγκάλυψή της ώστε να μαζευόμαστε εδώ οι φίλοι και να ομολογούμε πως μετά από τόσες γενιές και τόσο όγκο και άπλα  πολιτισμού ο κόσμος ακόμη κολυμπά στα παραμύθια και τον παραλογισμό. 


Θεσσαλονίκη, Κήπος, 31/10/2016